Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΜΕΓΑΣ ΘΕΟΣ ΠΑΝ (The Great God Pan. The survival of an image)



Ο Πάνας κυνηγάει τον Δάφνι. Ερυθρόμορφος κρατήρας, γύρω στο 470 π.Χ.
Βοστόνη, Museum of Fine Arts.

ΠΑΝΑΣ. Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΜΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ1
Απ' όλους τους θεούς και τους ημίθεους της κλασικής αρχαιότητας –με εξαίρεση ίσως των Ηρακλή- η εικόνα του Πανός και η φήμη του παραμένουν κατ’ εξοχήν ζωντανές στο σύγχρονο κόσμο. Συχνά δε τον επικαλούμαστε για να εκφράσουμε όψεις της κοινωνίας μας ή της ανθρώπινης φύσης και συμπεριφοράς.
Στον μεσαίωνα τα κλασικά θέματα μεταγλωττίζονταν συχνά σε νέες χριστιανικές εικόνες και οι θεοί της κλασικής αρχαιότητας αποδίδονταν με ρούχα της εποχής. Ο Παν όμως παρέμεινε συχνά αμετάβλητος, τόσο στη μορφή όσο και στο ρόλο του σε περιορισμένη κλίμακα βέβαια. Θα χρειαστεί να έρθει η Αναγέννηση για να ξανασυναντήσουμε τον Πάνα και τις άλλες θεότητες που αποτελούν συνήθως την παρέα του. Ο Panofsky γράφει σχετικά: «Ο κλασικός κόσμος έπαψε να συνιστά ιδεοληψία αλλά και απειλή. Αντιθέτως, έγινε αντικείμενο βαθιάς νοσταλγίας, η οποία εκφράστηκε με την επαναφορά στο προσκήνιο της Αρκαδίας, ως γοητευτικού οράματος».2
Συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν τον μνημονεύουν και τον απεικονίζουν έτσι ο Παν γίνεται οικεία μορφή, με ορισμένες αμφισβητήσεις ως προς την ακριβή ανατομία του μόνο. Οι αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις (ως προς τη μορφή) μεταξύ Πανός αφενός και σατύρων, Σιληνών και Φαύνων αφετέρου γίνονται πια συνηθισμένο φαινόμενο, όπως συνηθισμένες ήταν και στην αρχαιότητα.
Αν και στην αρχαιότητα –αλλά και στην Αναγέννηση- συνέχεαν συχνά τον Πάνα με τους σατύρους, υπάρχει μεταξύ τους μια θεμελιώδης διαφορά: οι σάτυροι ήταν αρχικά άνθρωποι που συν τω χρόνω απέκτησαν -σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- χαρακτηριστικά ζώου, ενώ ο Παν ήταν εξαρχής ζωόμορφος. Ήδη σε αρχαιοελληνικά έργα τέχνης συναντάμε μορφές όρθιων τράγων που χορεύουν και που πιθανόν να απεικονίζουν τον Πάνα. Παραμένει πάντως ανοιχτό το θέμα της «μεταμόρφωσης» του από τραγόμορφη σε ημιανθρώπινη μορφή. Κοινό είναι επίσης το ενδιαφέρον του Πανός με τους σατύρους για τη μουσική, της γυναίκες, τα αγόρια αλλά και τα ζώα. Οι μορφές των σατύρων, που είχαν ήδη εξελιχθεί αρκετά στην αθηναϊκή τέχνη του 6ου π.Χ. αιώνα, επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται ο Παν σε έργα της κλασικής περιόδου.
Σε ορισμένες από τις πρώτες απεικονίσεις του ο Παν έχει ανθρώπινο σώμα, και μόνο στο κεφάλι του είναι φανερά τα ζωώδη χαρακτηριστικά. Στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα έχει πια καθιερωθεί με την κλασική μορφή του, ως «αιγοπρόσωπος και τραγοσκελής», αφήνοντας βέβαια περιθώρια για πολλές και ποικίλες παραλλαγές. Στο γνωστό αγγείο του Ζωγράφου του Πανός, έναν ερυθρόμορφο κρατήρα του 470 π.Χ. περίπου, βλέπουμε τον Πάνα να κυνηγά έναν νεαρό με αγροτική ενδυμασία, ενώ μια Τρίτη μορφή στην παράσταση που θυμίζει τον Πρίαπο παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Η ερωτικές προθέσεις του θεού έναντι του νεαρού είναι σαφείς από το υψωμένο πέος του. Εδώ ο θεός έχει κεφάλι, λαιμό κέρατα, οπλές και ούρα τράγου, ενώ τα υπόλοιπά είναι ανθρώπινα. Το σώμα του είναι καλοφτιαγμένο με άψογες αναλογίες. Από την ίδια περίπου εποχή σώζονται και αρκετά μπρούτζινα αγαλματίδια, ορισμένα μάλιστα προέρχονται από την Αρκαδία. Τον συναντάμε επίσης σε αγροτικά αναθηματικά ανάγλυφα. Ορισμένοι καλλιτέχνες της κλασικής περιόδου δεν δίστασαν να τον αποδώσουν ακόμα και με χαρακτηριστικά αθλητή των Ολυμπιακών Αγώνων. Δεν έλειψαν επίσης οι απεικονίσεις του και σε ασημένια νομίσματα της Αρκαδίας έργα του χαράκτη Ολύμπιου, όπου μας παρουσιάζεται καθισμένος σε βράχο, απολύτως ανθρώπινος, -αν εξαιρέσουμε τα μικρά κέρατα που φέρει-, και μάλιστα καλλίγραμμος. Αποκορύφωμα της παρουσίασης του Πανός με ανθρώπινη μορφή είναι η γνωστή τοιχογραφία της Πομπηίας, όπου ένας κλασικός, υπέρ το δέον αξιοπρεπείς και απόλυτα ανθρώπινος Πάνας παίζει μουσική παρέα μα τις Μούσες προαναγγέλλοντας πίνακες που θα ακολουθήσουν.
Στην ρωμαϊκή εποχή, η πανθεϊστική διάσταση που δόθηκε στον Πάνα, λόγω εσφαλμένης ετυμολογίας του ονόματός του, δεν επηρέασε παρά ελάχιστα τη λατρεία του και τον τόπο απεικόνισής του. 
 
Εξώφυλλο του περιοδικού PAN, 1895 
 
Στα τέλη του 19ου αιώνα κυκλοφόρησε ένα γερμανικό περιοδικό με τον τίτλο Pan αρχικά το περιεχόμενό του περιλάμβανε πολύ Νίτσε και πολλούς ιππότες με πανοπλίες, ενώ ο Παν εμφανιζόταν συχνά στις σελίδες του ως εξιδανικευμένο σύμβολο της αγνής καλλιτεχνικής ζωής στην ύπαιθρο, όπως τουλάχιστον την ονειρεύονταν οι εκδότες του περιοδικού.
Το στοιχείο που έχει κατεξοχήν επιβιώσει από τον Πάνα είναι η αχαλίνωτη ερωτική του διάθεση, μια διάθεση που περικλείει όλες της προτιμήσεις και τα γούστα. Πριν από εκατό περίπου χρόνια, τα λογοτεχνικά έργα στα οποία εμφανίζεται ως επίδοξος εραστής και ξελογιαστής ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Λίγο αργότερα, οι διανοούμενοι του κύκλου του Bloomsbury έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Πάνα, μάλιστα η λογοτεχνική αξιοποίησή του περιλάμβανε ακόμα και σκίτσα του των Τζων Μπέρναρντ Σω του Ντ. Χ. Λώρενς κ. α.
Ο Μέγας Θεός Παν, σήμερα, δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εκείνη την απέριττη, λιτή, κοντά στη φύση ζωή του ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να είναι η χαμένη αθωότητά μας, αυτό ακριβώς που συμβολίζει και η Αρκαδία. Δεν μπορεί παρά να ανακουφίζει τις ψυχές του σύγχρονου ανθρώπου με τη μουσική του, να μας προσγειώνει με την μορφή του, αλλά και να μας παρακινεί με τους έρωτές του, ξυπνώντας μύχια πάθη.
Αλλά ας γνωρίσουμε καλύτερα τούτον τον Αρκάδα θεό που η λατρεία του δεν άργησε να διαδοθεί σε όλο τον αρχαίο κόσμο. 
 
Πήλινο αγαλμάτιο Πανός. Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

Ο ΜΕΓΑΣ ΘΕΟΣ ΠΑΝ3
Τραγοπόδαρος τριχωτός σ’ όλο το σώμα με κέρατα και αυτιά μυτερά, με το πιο πλατύ γέλιο στα χείλη, θορυβώδης αλλά και φίλος της ερημιάς, ψυχή κάθε ραχούλας, σύδεντρου, βουνοκορφής, πηγής και ρυακιού, σύντροφος και προστάτης των βοσκών και των κυνηγών, χαρωπός συνοδός της Κυβέλης και του Διόνυσου, μπεκρής, χορευτής και μάστορας του αυλού, ακούραστος επιβήτορας των κατσικιών αλλά και λάγνος εραστής νυμφών και αγοριών, αυτός ήταν ο μέγας θεός Παν, γέννημα θρέμμα της Αρκαδίας.
Σύμφωνα με τους πιο γνωστούς μύθους ο Πάν ή δεν είχε γονείς ή ήταν γιός του Αρκάδα, ή του Ουρανού και της Γης ή του Κρόνου και της Ρέας ή του Ερμή με μητέρα κάποια νύμφη ή κάποιου άλλου θεού, -σύμφωνα με μια άλλη άποψη ήταν γιος του Δία ή του Απόλλωνα.
Στον Ομηρικό Ύμνο «Εἰς Πᾶνα» αναφέρεται ότι η μητέρα του, μόλις είδε ότι έκανε γι τερατωπόν, τον εγκατέλειψε τρομαγμένη, ενώ ο Ερμής δέχτηκε καλόκαρδα το γιο του, τον τύλιξε σε δέρμα λαγού, τον πήρε μαζί του στον Όλυμπο και, εκεί που ήταν συναθροισμένοι όλοι οι θεοί τους τον παρουσίασε, και αυτού χάρηκαν με την καρδιά τους όταν τον είδαν, και τον αγάπησαν, και πιο πολύ απ’ όλους τον έκανε φίλο του ο Διόνυσος:
τερατόμορφο,
Τραγοπόδη, δικέρατο, πολύκροτο, γλυκόγελο.
Κι ἡ νύφη ἀναπηδώντας ἔφυγε, καί τό παιδί της
γκατέλειψε ἡ θηλάστρια·
γιατί φοβήθηκε ὡς εἶδε τήν ἀμείλικτη πυκνότριχη ὄψη του.4
Άλλοι έλεγαν ότι ο Πάνας ήταν δίδυμος αδελφός του Αρκάδα, του γενάρχη των Αρκάδων, και ότι είχε ανατραφεί μαζί με το Δία πάνω στην Ίδη της Κρήτης, ακόμα ότι, σαν φίλος του Δία από τα νηπιακά χρόνια στάθηκε στο πλευρό του κατά την Τιτανομαχία ή την Γιγαντομαχία και ότι με τις άγριες κραυγές του, που γέμιζαν τις χαράδρες και τους λόγγους, έσπερνε πανικό στους αντιπάλους των Ολυμπίων (η ίδια η λέξη πανικός παράγεται από τον Πάνα). Αυτή η ενέργεια του Πάνα πίστευαν ότι είχε επαναληφθεί στη μάχη του Μαραθώνα, όπου ο Πάνας με τις άγριες κραυγές του έσπειρε τον πανικό ανάμεσα στους Πέρσες. Γι’ αυτό οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες τον τίμησαν ιδιαίτερα και διέδωσαν τη λατρεία του, μάλιστα έπλασαν το μύθο ότι ο Πάν με μια από τις Νύμφες είχε κάνει γιο τον Κρότο.
Οι κάτοικοι της Φιγάλειας έλεγαν ότι μια φορά που η Δήμητρα είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, οργισμένη για την αρπαγή της κόρης της ή για το βιασμό της ίδιας από τον Ποσειδώνα, και για πολύ καιρό κανείς, ούτε άνθρωπος ούτε θεός, δεν ήξερε που βρισκόταν η θεά, και όλα όσα τρέφει η γη χάνονταν και οι άνθρωποι από το λοιμό ολοένα λιγόστευαν, ο Πάνας ήταν εκείνος που να την ανακαλύψει, κρυμμένη σ’ ένα σπήλαιο έξω από τη Φιγάλεια, μαυροφορεμένη και απαρηγόρητη από τη θλίψη της και που έτρεξε να πει στο Δία· και τότε ο θεός έστειλε στη Δήμητρα τις μοίρες, που με πολύ κόπο την έπεισαν να περιορίσει την οργή και τη λύπη της και να ξαναγυρίσει κοντά στους θεούς και στους ανθρώπους, που την αγαπούν και την τιμούν.
Για την σχέση του με την μουσική θεωρούσαν τον Πάνα εφευρέτη του ποιμενικού αυλού, της σύριγγος, και έλεγαν ότι η Σύριγξ ήταν νύμφη, που, όταν την κυνήγησε ο Πάν, για ν’ αποφύγει το βιασμό, μεταμορφώθηκε σε καλαμιά· από αυτή την καλαμιά έκοψε ο Πάν και έφτιαξε τη φλογέρα του και με αυτήν πήγε να ανταγωνιστεί τον Απόλλωνα, που έπαιζε τη λύρα του, χωρίς βέβαια να μπορέσει να φανεί ανώτερος από τον θεό της μουσικής. Πάνω σ’ αυτό λένε ότι ο Μίδας, ένας από τους κριτές του μουσικού αγώνα, έδωσε την ψήφο του για τον Πάνα, αλλά ο Απόλλωνας εκδικήθηκε τον Μίδα κάνοντας τα αυτιά του γαϊδουρινά.
Κομπάζοντας για τις ερωτικές επιτυχίες του ο Πάν έλεγε πως είχε κοιμηθεί με όλες τις μαινάδες της ακολουθίας του Διονύσου. Πάντως η πιο μεγάλη του επιτυχία φαίνεται να ήταν η αποπλάνηση της Σελήνης. Ξέροντας ότι η θεά συνήθιζε να παίζει με τα πρόβατα, πηδώντας στη ράχη τους, ο Παν κατάφερε να ενωθεί μαζί της ντυμένος με μια προβιά.
Για το θάνατο του Πάνα μιλούσαν οι Έλληνες στα στερνά χρόνια του αρχαίου κόσμου. Θαλασσινοί που έπλεαν προς την Ιταλία άκουσαν κάποτε από τις ακτές κραυγές και θρήνους και το μήνυμα «ὁ μέγας Πᾶν πέθανε». Το γεγονός συνέβει στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (89-117 μ.Χ.) Να πως ακριβώς παραθέτει το συμβάν ο Πλούταρχος:
[Ἕνας δάσκαλος, ὁ Ἐπιθέρσης, ἀναφέρει ὅτι]... ταξιδεύοντας κάποτε πρός τήν Ἰταλία, ἐπιβιβάστηκε σέ ἕνα πλοῖο μέ ἐμπορεύματα καί ἀρκετούς έπιβάτες. Εἶχε άρχίσει νά βραδιάζει ὅταν, κοντά στίς Ἐχινάδες νήσους, ὁ ἄνεμος ἔπεσε, καί τό πλοῖο άναγκάστικε νά άράξει στούς Παξούς. Ὅλοι σχεδόν ἦταν ξύπνιοι καί πολλοί δέν εἶχαν άκόμη τελειώσει τό κρασί τους μετά τό δεῖπνο. Ξαφνικά, άπό τό νησί άκούστηκε κάποιος πού φώναζε δυνατά τόν Θαμοῦν. Ὅλοι άπόρησαν, μιάς καί ὁ Θαμοῦς, Αἱγύπτιος πηδαλιούχος, δέν ἦταν κάν γνωστός στούς περισσότερους ἐπιβάτες μέ τό ὄνομά του. Δύο φορές τόν κάλεσε ἡ φωνή χωρίς νά πάρει ἀπάντηση. Τήν τρίτη φορά ό Θαμοῦς ἁπάντησε, καί τότε ὴ φωνή ἀκούστηκε άκόμα πιό δυνατή: «Ὅταν θά περνᾶτε άπό τό Παλῶδες, ἀνάγγειλε ὅτι ὁ Μέγας Θεός Πάν πέθανε». Ὅλο ἔμειναν ἐμβρόντητοι καί ἄρχισαν νά συζητοῦν, ἄν ἦταν καλύτερα νά έκτελέσει ὁ Θαμοῦς τήν ἐντολή. ἤ νά άποφύγει κάθε άνάμειξη καί νά άποσιωπήσει τό γεγονός. Ὁ Θαμοῦς άποφάσισε τελικά ὅτι, ἄν φυσοῦσε ἄνεμος, θά προσπερνούσε [ τό Παλῶδες ] παραμένοντας σιωπηλός, ἄν ἐπικρατοῦσε νημεμία καί ἡ θάλασσα ἦταν έντελῶς ἤρεμη, θά ἀνήγγελλε ὅ,τι εἶχε άκούσει. Ὅταν. λοιπόν ἔφτασε άπένατη άπό τό Παλῶδες καί δέν ὑπήρχε οὔτε ἄνεμος οὔτε κύμα, άπό τό τιμόνι ὁ Θαμούς, κοιτάζοντας πρός τήν ξηρά, φώναξε ὅτι ὁ Μέγας Θεός Πάν πέθανε. Πρίν καλά καλά τελειώσει τή φράση του, άκούστηκαν άπό τό νησί θρῆνοι, ὄχι άπό ἕνα ἀλλά ἀπό πολλά στόματα, ἀνάμεικτοι μέ κραυγές ἔκπληξης καί δέους.5

 
Πάνας και Δάφνις, μαρμάρινο σύμπλεγμα. Φλωρεντία, Μουσείο Ουφίτσι

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣ6
Όλα τα μυθικά στοιχεία, τα σχετικά με τη φυσιογνωμία του Πάνα, συγκλίνουν στην άποψη ότι πρόκριτε για αρκαδικό ποιμενικό θεό, που η λατρεία του διαδόθηκε στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, συνδυασμένης με την οργιαστική λατρεία της Κυβέλης και του Διονύσου , και βέβαια όχι πριν από τους μεταεπικούς χρόνους. Αν έχουμε στο νου μας ότι ο λεγόμενος Ομηρικός Ύμνος «Εἰς Πᾶνα» αποκλείεται να έχει συνταχθεί πριν από τον 7ο αιώνα π.Χ., μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τόσο ο Όμηρος όσο και ο Ησίοδος αγνοούν τελείως τον Πάνα, πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για θεότητα άγνωστη ακόμα στην ποιητική ύλη της Ιωνίας και της Βοιωτίας.
O Nilsson πιστεύει ότι αρχικά ο Παν δεν ήταν ένας αλλά πολλοί, όπως οι Σάτυροι και οι Σιληνοί, και ότι η σύνδεσή τους με την λατρεία, πράγμα που δεν ισχύει για τους Σάτυρους και τους Σιληνούς, οδήγησε στην ιδέα του μοναδικού Πάνα. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι έχουμε πλήθος από διαφορετικούς μύθους για της γέννησή του.
Βασική ιδιότητα αυτού του καλόκαρδου πνεύματος του ελεύθερου φυσικού χώρου είναι η προθυμία του για γονιμοποίηση. Με άλλα λόγια έχουμε να κάνουμε με κάποια προσωποποίηση, από τις πιο έντονες, της γεννητικής δύναμης της ζωής, γεγονός που ιστορικά δικαιολογεί την ένταξη του Πάνα στις λατρείες που αναφέρονται στον κύκλο της ανανέωσης της ζωής γενικά. Στην αρχή βέβαια, γι τους πιο παλιούς πιστούς του, τους βοσκούς, ο Παν ήταν το δαιμονικό που γονιμοποιεί τα γιδοπρόβατα και κάνει να μεγαλώνουν τα κοπάδια. Με τον καιρό η δραστηριότητά του στο ρόλο του επιβήτορα γενικεύτηκε, και αυτό είχε αποφασιστική σημασία για να συνδεθεί ο Παν με τα συγγενικά στοιχεία της οργιαστικής λατρείας της Κυβέλης και του Διονύσου. Ο μύθος ότι πατέρας του Παν είναι ο Ερμής έχει ουσιαστικό λόγο, γιατί ο Ερμής είναι θεός φαλλικός. Ο κομπασμός του Πάνα πως είχε κοιμηθεί με όλες τις μαινάδες της ακολουθίας του Διονύσου παραπέμπει ίσως σε παλαιότερη ομαδική οχεία στα πλαίσια οργιαστικής λατρείας για την ανανέωση της ζωής στον ετήσιο κύκλο της.
Τα γνωρίσματα του Πάνα στο σύνολό τους, μας κάνουν γνωστό έναν προελληνικό δαίμονα της γης, όπου όταν πέρασε στον κόσμο των ινδοευρωπαίων νομάδων, διαμορφώθηκε σταδιακά σε ελληνικό θεό. Η λατρεία της Κυβέλης και του Διονύσου, που υπηρετούσε την ιδέα της ανανέωσης της ζωής γενικά, μολονότι απλώθηκε στα ιστορικά χρόνια, με τον οργιαστικό Χαρακτήρα της που επίσης έχει προελληνική καταγωγή, βοήθησε ιδιαίτερα στο να επιβιώσουν τα προϊστορικά γνωρίσματα της φυσιογνωμίας του Πάνα. Οι σχέσεις του με τις νύμφες και τα άλλα πνεύματα του ελεύθερου φυσικού χώρου δείχνει ακριβώς την προελληνική σταδιοδρομία του, ενώ η συνεργασία του με τους Ολυμπίους σημειώνει την σύνδεσή του με την επίσημη θρησκεία των Ελλήνων.
Ο μύθος που αναφέρεται στη Δήμητρα, εκτός από τις καλές σχέσεις και τη συνεργασία του Πάνα με τον Δία, δείχνει και το γεγονός ότι ο Πάνας, σα θεός της γης, είχε από την αρχή και το χάρισμα της μαντικής. Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιον άλλο μύθο, ακόμα και ο ίδιος ο Απόλλων είχε διδαχθεί την μαντική από τον Πάνα.
Ο ζωομορφισμός του Πάνα, όπως και ο δεντρομορφισμός των νυμφών που συνδέονται μαζί του, γνωστός και από τις περιπέτειες του Απόλλωνα και άλλων θεών μας οδηγούν σε παλαιότερα στρώματα λατρείας. Όντα συγγενικά με τον Πάνα στον ελληνικό μυθικό κόσμο είναι οι Σάτυροι και οι Σιληνοί. Εξωελληνικοί θεοί που αντιστοιχούν στον Πάνα είναι ο Φαύνος και ο Σιλβάνος των Λατίνων και ο Χνουν των Αιγυπτίων.
Το δέρμα του λαγού που έντυσαν το νήπιο Πάνα, η προβιά που φόρεσε ο ίδιος για να ξεγελάσει τη Σελήνη, και η ίδια η παρουσία της Σελήνης στο μύθο του Πάνα, αναφέρονται σε μαγικές πράξεις στα πλαίσια της οργιαστικής λατρείας. Οι σχέσεις του θεού με νύμφες επώνυμες όπως η Ηχώ, η Σύριγξ και η Πίτυς, εξηγούν μυθοπλαστικά γιατί ακούγεται έτσι η ηχώ, πως έγινε η φλογέρα και γιατί χρησιμοποιούν πεύκο στη λατρεία. Τέλος, ο μύθος για μουσικό ανταγωνισμό του Πάνα με τον Απόλλων ανάγεται σε ταύτιση ή και συμφυρμό του Πάνα με τον Μαρσύα, δηλαδή σε κάποιο Σάτυρο ή Σιληνό.
Στον 5ο αι. π.Χ. η σύνδεση του Πάνα με τη μάχη του Μαραθώνα, απόηχο της Τιτανομαχίας, είχε για τους πιστούς του ότι το καλοκάγαθο πνεύμα της ελληνικής φύσης έδειξε την αποστροφή του για την εισβολή των βαρβάρων. Αυτονόητο ότι για τη βουκολική ποίηση έγινε σύμβολο, όπως και για τη μεταγενέστερη φιλοσοφία με τη σημασία του παντός, δηλαδή με το λογοπαίγνιο Παν-παν.
Τέλος ο μύθος για το θάνατο του Πάνα είναι πλασμένος αναλογικά με τους μύθους για το θάνατο άλλων θεών, που ανήκουν στον κύκλο της βλάστησης, όπως ο Άδωνης. Έτσι και ο δαίμων της ελληνικής γης, με ιδιότητες άμεσα συγγενικές με την ιδέα της ανανέωσης της φύσης, ήταν λογικό να έχει τον θάνατό του. Τον ισχυρό Πάνα καλώ, προστάτη των ποιμένων. 
 
  
Σύμπλεγμα Αφροδίτης Έρωτος και Πανός. Το σύνολο, λαξευμένο στον ίδιο όγκο μαρμάρου, ανακαλύφθηκε στη Δήλο κατά τις ανασκαφές στο Ίδρυμα Βηρυτίων Ποσειδωνιαστών. Η Αφροδίτη, που ετοιμάζεται να λουστεί, βγάζοντας τα τελευταία της ρούχα, απειλεί με το σανδάλι της τον Πάνα του οποίου οι προθέσεις είναι σαφείς. Ανάμεσά τους ο Έρως, ακουμπώντας στον ώμο της μητέρας του προσπαθεί να σπρώξει τον κερασφόρο θεό. Γύρω στο 100 π.Χ.

Ὀμηρικός Ὕμνος «Εἰς Πᾶνα»
τόν οὑρανό, τή θάλασσα κι ὀλόκληρο τόν κόσμο,
τή γῆ, ὄλων βασίλισσα, τήν ἄσβεστη τή φλόγα,
ὅλα αὐτά πού τοῦ Πανός λογίζονται κομμάτια.
Εὐλογημένε χορευτῆ, περιπλανώμενε, ἔλα
σύ τῶν Ὡρῶν ὀμόθρονε, μέ τά τραγίσια πόδια,
σύ βακχευτῆ θεόπνευστε, πού ζεῖς ἐπάνω στ' ἄστρα,
τήν ἀρμονία ἀπηχείς τοῦ κόσμου μέ τραγούδι
σύ τῶν ἀνθρώπων ξάφνιασμα, πού προκαλείς τό φόβο,
πού σέ λατρεύουν στίς πηγές ποιμένες καί βουκόλοι,
εὔστοχος εἶσαι, θηρευτής καί τῆς Ήχῶς ὁ φίλος,
συγχορευτή σύ τῶν νυμφῶν, πού ἀπό παντού γεννιέσαι,
γεννήτορα τῶν πάντων, θεέ, μ' ὀνόματα περίσσια,
Παιάνα κοσμοκράτορα, τήν αὐξηση εὐοδώνεις,
φέρνεις τό φῶς καί τούς καρπούς καί μές τά σπήλαια μένεις,
ὀξύθυμε, ἀληθινός ὁ κερασφόρος Δίας.
Τό ἀπέραντο σώμα τῆς γῆς στηρίζεται σέ σένα
καί τό νερό, πού στά βαθιά μέ ρεύματα κυλάει,
τῆς ἄοκνης τῆς θάλασσας σέ σένα ὐπακούει
κι ὁ Ὠκεανός πού μέ νερά τή γῆ τήν περιζώνει
κι ὁ ἀέρας πού ἀχώριστο τού βίου εἶναι κομμάτι,
ζωῆς σπηνθήρας καί ψηλά, στήν κορυφή ἐπάνω,
τῆς ἀεικίνητης φωτιᾶς τό πυρωμένο μάτι.
Τό θείο τό πλύμορφο οἱ προσταγές σού όρίζουν
κι ἀλλάζεις μέ φροντίδες σου τίς φύσεις τῶν πραγμάτων
καί μέ δική σου μέριμνα ὅλων τή φύση ἀλλάζεις
θρέφοντας γενεά θνητῶν στόν άπειρο τόν κόσμο.
Άλλά μακάριε, βακχευτή, θεόπνευστε, ἡποδέξου
τίς άγιασμένες τίς σπονδές, καλό θάνατο δώσε
στής γῆς τήν ἄκρη διώχνοντας τοῦ πανικοῦ τόν τρόμο".

Πηγές και σημειώσεις:

1. Για την σύνταξη του κειμένου αντλήθηκε υλικό από το βιβλίο του John Boardman, Ο μέγας θεός Παν . Η επιβίωση μιας εικόνας, μτφ. Ανδρέα Παππά, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2000.
2. E. Panofsky, Renaissance and Renascences in Western Art (1965), eik. 63. Η λέξη Pan διακρύνεται στο περιθώριο.
3. Ελληνική Μυθολογία, τόμος 2ος, Οι θεοί, υπό την γενική εποπτεία Ι.Θ. Κακριδή, Εκδοτική Αθηνών
4. Ομηρικοί ύμνοι, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Δ. Π. Παπαδίτσας, Ελένη Λαδιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1997.
5. Πλούταρχος, Περί ἐκλελοιπόντων χρηστηρίων, 419 β-ε
6. Όπως σημείωση 3.

"Πάνας και Μούσες". Αποκορύφωμα του εξευγενισμού του Πανός τούτη η τοιχογραφία, όπου ένας κλασικός, υπέρ το δέον αξιοπρεπής, απόλυτα ανθρώπινος Πάνας παίζει μουσική παρέα με τις Μούσες. Νωπογραφία από την Πομπηία. Νάπολη. Αρχαιολογικό μουσείο



Αναθηματικό ανάγλυφο στον Ερμή στον Πάνα και στης Νύφες. Από την Πεντέλη.
Αθήνα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.


Εικονογράφηση του περιοδικού "PAN", 1895


Felix D'Eon, "Marblefaun".


poppypogue, "Satyr In The Surf".


Franz von Stuck, "Blasender Faun - fauno tocando la flauta", 1914.


Mark Satchwill, "The Beautiful Satyr". Ακουαρέλα σε χαρτί.


Genazzano Massimo, "Ο Πάνας". Ψηφιδωτό ρωμαϊκών χρόνων


    (;)


  "Πάνας". Ψηφιδωτό ρωμαϊκών χρόνων


 
"Πάνας και Δάφνις", μαρμάρινο σύμπλεγμα του Ηλιοδώρου.
Νάπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο.


 "Πάνας και Δάφνις", μαρμάρινο σύμπλεγμα του Ηλιοδώρου.
Νάπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο.

 
"Διόνυσος και Πάνας". Μαρμάρινο υποστήριγμα τραπεζιού από τη Μικρά Ασία.
Αθήνα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.



"Πάνας". Παρίσι. Μουσείο Louvre.


 Πάνας και Ερμαφρόδιτος




"Satyr" by Lantios

 
"Satyr Sepia", photo Eddie Lee
© 2008 Scott Jones


Ο James McAvoy στο ρόλο του Mr. Tumnus, χαρακτήρα που εμφανίζεται στην ταινία: The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe


  (;)



Άγαλματα Σάτυρου "abig fan of satyr’s myself…here ya go"


pandagogo "Mr Tumnus"


Gui Brigaudiot, "Amazing Pan"


 
Arnold Böcklin (1827-1901), "Faun Whistling to a Blackbird", 1863.



Arnold Böcklin (1827-1901), "Pan Among the Reeds", 1859.


Arnold Böcklin (1827-1901). "Pan with the syrinx flute", 1875.

 
Σκηνή από την ταινία Pink Narcissus, του James Bidgood, (1971).


 
Carlos Schwabe (1866-1926), "The Afternoon of a Faun". Λάδι σε καμβά.


Daniel Lovely, "Pan's Immaculate Seduction"


 
Gilles Lambert Godecharle (1750-1835). "Ο Παν καταδιώκει τη Σύριγγα" (1804).
Βρυξέλλες. Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου.


"Ο Πάν παίζει τον αυλό". Κήπος στο Schwetzingen (Γερμανία)


"Πάν και Σύριγξ"

 
 
"Πάνας και νέος" (Δάφνης;). Σχέδιο, 1671



Φωτογραφία του David Vance.


Harry Bush, σχέδιο για εξώφυλλο του περιοδικού CAPRERN, μολύβι σε χαρτί.


Random Hotness (Φαύνος).


Alfred William Norman Lindsay (1879-1969), "Σάτυρος και Νύμφες".


Frank (Guy) Lynch, "Satyr". Μπρούντζος, 1924.
Royal Botanic Gardens, Σύδνεϊ.


Daddy Ken. Satyr Kiss.

(;)


William-Adolphe Bouguereau (1825-1905).
Σπουδή για το έργο "Σάτυρος και νύμφες", 1873.


William-Adolphe Bouguereau (1825-1905). "Σάτυρος και νύμφες", 1873.


Jacob Jordaens (1593-1678) "The Riches of Autumn" (λεπτομέρεια).

 
Bouchardon, "Sleeping satyr". Παρίσι. Μουσείο Louvre.


 Harry Bush. "The Satyr and the Statue" Μολύβι σε χαρτί.


Ερωτική σκηνή στήλης Ερμή και Σάτυρου, λεπτομέρεια από σαρκοφάγο.
Νάπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο.


 
Σύμπλεγμα Πάνα και κατσίκας, μάρμαρο, δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ.
Νάπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο. 

 
Todd Yeager, "Pan". 27,9x35,5.
Μελάνι μολύβι και κάρβουνο σε χαρτί.


 
Todd Yeager, "Pan’s Woodland Night Song" 35,5x43,1 εκ.
Μελάνι μολύβι και κάρβουνο σε χαρτί 2011.


 
Todd Yeager Taylor " Pan’s moonlight dance with Bats".
Μελάνι και κάρβουνο σε χαρτί, 2011.


"Faun" By Georges Artemoff.


"Πάνας και Αφροδίτη".


Peter Paul Rubens (1577-1640), "Ο Μεθυσμένος Ηρακλής", 1611.


Nicolas Poussin (1594-1665), "Η Σύριγξ καταδιωκόμενη από τον Πάνα", Μουσείο Δρέσδης.


Peter Paul Rubens (1577-1640),  "Two Satyrs", 1618-1619.


2 σχόλια:

  1. την αφελή ερώτηση θα την κάνω: πόσα απ αυτά τα άκρως κλασικά (κι άρα πολιτιμότατα στοιχεία της κληρονομιάς μας) διδάσκονται στα σχολεία;
    χωρίς παιδεία = χωρίς μνήμη, καημένη Ελλάδα!...
    Ξενικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δυστυχώς κανένα. Είναι πολυτέλεια να διδαχτεί πλέων κάποιος την Ιστορία του, τη δε Μυθολογία ίσα που την “ακουμπάνε”. Η εκπαίδευση έχει στραφεί σε άλλους τομείς όπως ξένες γλώσσες και τεχνολογίες. Με αυτόν τον καημό έφυγε και η μεγάλη Ζακλίν ντε Ρομιγί. Εδώ ακρωτηριάσαμε τη γλώσσα μας για μην κουράζουν τα μυαλουδάκια τους τα παιδιά και να συνηθίζουν τη σαβούρα των άχρηστων γνώσεων. Άσε που ποτέ δεν διδάχτηκε σε ελληνικό σχολειό Ιστορία της Τέχνης ίσως το μοναδικό μάθημα που μπορεί να “ξυπνήσει” να “ταρακουνήσει”. Δεν είναι τυχαίο που ο Πλάτωνας δεν ήθελε στην Πολιτεία του καλλιτέχνες, γνώριζε πολύ καλά ότι η τέχνη μπορεί να του την “διαφθείρει”.

    ΥΓ: Να θυμίσω ότι στην Αρχαία Ελλάδα ξένες γλώσσες μάθαιναν οι δούλοι για να υπηρετούν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή