Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

LOVE IS THE DEVIL: Study for a Portrait of Francis Bacon. A film by John Maybury





Αγάπη είναι ο διάβολος (Love is the Devil), μια ταινία του Τζον Μέιμπουρι
«Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς πληγή. Όλοι έχουμε την προσωπική μας φυλακή και ποτέ δεν βλέπεις το αίμα, αν ο λαιμός δεν κοπεί». Αυτές οι λέξεις ακούγονται σε τούτη την ταινία δια στόματος Ντέρκ Τζάκομπι, ενός σπουδαίου Άγγλου -θεατρικού κυρίως- ηθοποιού, που υποδύεται εξαιρετικά τον συμπατριώτη του ζωγράφο Φράνσις Μπέικον. Η ταινία τιτλοφορείται Αγάπη είναι ο διάβολος (Love is the Devil), με υπότιτλο Σπουδή για ένα πορτρέτο του Φράνσις Μπέικον (Study for a Portrait of Francis Bacon).
Το εγχείρημα τού να μεταφέρεις έστω και μέρος της ζωής του μεγάλου Άγγλου ζωγράφου Φράνσις Μπέικον στη μεγάλη οθόνη, φαντάζει από μόνο του δύσκολο. Πολύ περισσότερο όταν είσαι υποχρεωμένος να μην δείξεις ούτε ένα πίνακα του ζωγράφου, αφού οι έχοντες τα δικαιώματα των έργων του δεν συμφώνησαν με το σενάριο και απαγόρευσαν στον σκηνοθέτη την κινηματογράφηση –έστω και για δευτερόλεπτο- έργου του Μπέικον. Ο Τζον Μέιμπουρι παρ’ όλα αυτά τόλμησε, και το αποτέλεσμα δικαιώνει απόλυτα την τόλμη αυτή. Μάλιστα η απαγόρευση αυτή, θα λέγαμε ότι στάθηκε πηγή έμπνευσης για το σκηνοθέτη που μας παρουσιάζει ένα καθαρό, πρωτογενές και με άποψη έργο τέχνης, για τούτη τη σπουδαία προσωπικότητα.
Η ταινία επικεντρώνει στην ταραχώδη σχέση του Μπέικον με τον Τζορτζ Ντάγιερ, έναν μικροαπατεώνα εθισμένο σε ναρκωτικές ουσίες, που θα βρεθεί μέσω του Μπέικον να κυκλοφορεί στα καλλιτεχνικά σαλόνια του Λονδίνου. Το σενάριο της ταινίας που υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, επικεντρώνεται στην παράξενη γνωριμία του ζωγράφου με τον μετέπειτα εραστή του. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κάποιο βράδυ ένα κλεφτρόνι επιχειρεί και καταφέρνει να εισέλθει στο στούντιο του ζωγράφου Φράνσις Μπέικον για να τον ληστέψει. Πάνω σε αυτό βέβαια, έχουν γραφτεί πολλά, αφού ο ίδιος ο Μπέικον επιδίωκε να τον κλέψουν αφήνοντας ποσά σε εμφανή σημεία, εξάλλου ο Ντάγιερ διηγείται αλλιώς την ιστορία λέγοντας ότι ο Μπέικον κάποιο βράδυ τον πλησίασε σε ένα μπαρ και του πρότεινε να πάνε σπίτι του. Λοιπόν για να επανέλθουμε στο στόρι, ο Μπέικον θα κάνει τσακωτό τον Ντέγιερ, αλλά αντί να ζητήσει τα λεφτά του πίσω, του προτείνει αν κάνουν έρωτα, εξάλλου πάντα τον προσέλκυαν λαϊκοί χαρακτήρες και παιδιά της εργατικής τάξης. Από κι και πέρα η ιστορία είναι γνωστή, μια και οι σχέση των δυο ανδρών θα εξελιχθεί σε μια ταραχώδη και παθιασμένη ιστορία με τον Μπέικον να προσβάλει πολλές φορές τον Τζων δημόσια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό που αναφέρει ο ιστορικός τέχνης Τζων Ρίτσαρντσον σε άρθρο του στο Vanity Fair ότι, μετά από ένα επίσημο γεύμα στη Νέα Υόρκη, βγήκε με τον Μπέικον και τον Ντάγιερ για μια «γύρα» σε διάφορα μπαρ. Όταν ο Ντάγιερ πρότεινε να πληρώσει τα ποτά, ο Μπέικον τον διέκοψε λέγοντα στον Ρίτσαρντσον «μην την ακούς, είναι άφραγκη», χρησιμοποιώντας όπως συνήθιζε το θηλυκό γένος όταν αναφερόταν σε άντρες. Παρήγγειλαν μια σαμπάνια και αφού την ήπιαν κατέληξαν στο ξενοδοχείο και ο Ρίτσαρντσον σπίτι του. Τα ξημερώματα ο Μπέικον τηλεφώνησε έντρομος στον Ρίτσαρντσον λέγοντάς του ότι ο Ντάγιερ είχε αποπειραθεί αν αυτοκτονήσει. Η ιστορία θα επαναλαμβανόταν στο Παρίσι το 1971, την παραμονή της σημαντικότερης ως τότε έκθεσης του Μπέικον. Το αποτέλεσμα ήταν ο Ντάγιερ να βρεθεί νεκρός.
Ο σκηνοθέτης εστιάζει σε τούτη την περίοδο της ζωής του Μπέικον παρουσιάζοντάς μας μια τοιχογραφία του ομοφυλόφιλου Λονδίνου εκείνης της εποχής. Στον δικό του καμβά θα δούμε τα στέκια τους, τα νυχτοπερπατήματά τους, τις χυδαιότητές τους, τη συμπεριφοράς τους, το ύφος τους, και μέσα σε όλα αυτά να περιφέρεται ο ήρωάς μας, κυνικός, χλευαστικός, χαρισματικός, ιδιοφυής, τζογαδόρος, εγωκεντρικός, μα πάντα φωταγωγημένος. Ο Μπέικον βέβαια από νωρίς δε θα διστάσει να πετάξει στα μούτρα της λονδρέζικης συντηρητικής κοινωνίας έργα όπως τα: Δυο μορφές, Σπουδή αντρικού σώματος, Τρεις σπουδές μορφών σε κρεβάτια, Δυο μορφές στο γρασίδι, μιλώντας ξεκάθαρα για τον ομοφυλόφιλο έρωτα, αν και οι βιογράφοι του δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τον ενδιέφερε ως ιδέα και στόχος η απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων. Ο ίδιος βέβαια προτιμούσε το χαρακτηρισμό queer ενώ αντιπαθούσε την αγγλική λέξη gay, λέγοντας χαρακτηριστικά «δεν είμαι gay». Επιπλέον την περίοδο των γεγονότων του Stonewell, το 1969, ο Μπέικον ήταν εξήντα χρονών και είχε ήδη διαμορφώσει μια στάση ζωής και ένα ύφος που παρέπεμπαν στην προ γεγονότων Stonewell κατάσταση και εποχή. Παρόλ’ αυτά, μια σειρά έργων του, όπως προείπαμε, έχουν έντονο ομοερωτικό περιεχόμενο, με απροκάλυπτη απεικόνιση αντρικών σωμάτων που διέπονται από μια ζωώδη ωμότητα σε συνδυασμό με μια λυσσαλέα ερωτική βία.
Ο Μέιμπουρι δεν χαρίζεται στον πατριώτη του και σκιαγραφεί έναν Μπέικον όπως ακριβώς λέει και ο τίτλος της ταινίας. Ο Τζον, λοιπόν, θα ερωτευτεί ένα διάβολο, μήπως όμως, λέω, μήπως ο καλλιτέχνης Μπέικον αντιπροσωπεύει την Τέχνη; άρα διάβολος είναι η Τέχνη, η μεγάλη Τέχνη, και όπως έλεγε και ο Ντα Βίντσι «ο καλλιτέχνης είναι ένας μικρός θεός». Τώρα θεός ή διάβολος, δεν έχει σημασία, αφού και οι δυο ειδικεύονται στην θαυματοποιία. Στην θαυματοποιία όμως ειδικεύεται και ο Μέιμπουρι, γι’ αυτό και μας παραδίδει ένα εμπνευσμένο, τολμηρό και πρωτογενές έργο, αντάξιο του καλλιτέχνη στον οποίο αναφέρεται.
Σημειώσεις

Στοιχεία αντλήθηκαν από το περιοδικό "Εντευκτήριο", τεύχος 86/Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009
© κειμένου: gayekfansi.blogspot - με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.







Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΖΟΝ ΜΕΙΜΠΟΥΡΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
Όταν σπούδαζα στο Λονδίνο, ζούσα σε μια κατάληψη στο Κουίνς Γκέιτ του Κένσινγκτον. Εκεί κοντά ήταν και το στούντιο του Φράνσις Μπέικον, και έτσι τον έβλεπα συχνά στον δρόμο καθώς πήγαινα στη σχολή.
Όταν άρχισα να συγκεντρώνω στοιχεία για την ταινία Αγάπη είναι ο Διάβολος, επιδίωξα να ξαναδώ τους πίνακες του. Η αλήθεια είναι πως δεν χρειαζόταν και μεγάλη προσπάθεια για να τους θυμηθώ. Τους ήξερα πολύ καλά, αφού τον θαύμαζα από τα μαθητικά μου χρόνια. Εάν θαυμάζεις τον Μπέικον, σου γίνετε εμμονή. Ήταν και παραμένει, ένα κομμάτι της γλώσσας μου, και θα συνεχίσω και στις επόμενες ταινίες μου να περιλαμβάνω αναφορές στο έργο του.
Οι πίνακές του όρισαν και τις επιλογές μου για την ταινία. Βασικά χρώματα είναι των οστών, του αίματος της σάρκας. Δεν μας έδωσαν την άδεις να κινηματογραφήσουμε κανένα πίνακα ούτε να χρησιμοποιήσουμε αυτούσια αποσπάσματα από τα λεγόμενά του Μπέικον. Παραμορφωτικοί καθρέφτες, ή μάλλον γενικά οι καθρέφτες που αποτελούν βασικό στοιχείο στο ζωγραφικό του έργο, έγιναν ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο έκφρασης και στο φιλμ. Παράλληλα, διαπίστωσα ότι και ο Μπέικον χρησιμοποιούσε κινηματογραφικά τεχνάσματα στους πίνακές του. Επηρεάστηκε, για παράδειγμα, από τις φωτογραφίες του Eadweard Muybridge, που είχε αποτυπώσει τις διαδοχικές φάσεις της κίνησης ανθρώπων, ενώ τα περίφημα τρίπτυχα που φιλοτέχνησε, εμένα τουλάχιστον μου θυμίζουν ταινίες του σινεμασκόπ.
Στην ταινία επιδίωξα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση της αποσπασματικότητας που συνδέεται τόσο πολύ με τον ίδιο και τη δουλειά του. Εστίασα συνειδητά το ενδιαφέρον μου στον Τζωρτζ Ντάγιερ, τον εραστή του Μπέικον. Ένας λόγος γι’ αυτή την απόφαση ήταν ότι οι πίνακες του Μπέικον που έχουν ως θέμα τον Ντάγιερ είναι οι αγαπημένοι μου. Ο δεύτερος είναι ότι η αυτοκτονία του συνέβαλε στο να θεωρούμε τον Μπέικον έναν σκοτεινό ζωγράφο.
Εντούτοις, παρά τη σκοτεινιά του, πάντα διέκρινα στους πίνακές του μια απίστευτη ομορφιά και τρυφερότητα, δυο λέξεις που είμαι σίγουρος ο Μπέικον θα τις μισούσε. Ακόμη και μια εικόνα τόσο σωματική, τόσο σκληρή όπως αυτή που απεικονίζει τον Ντάγιερ καθώς κάνει εμετό, ο Μπέικον την αποδίδει με τρόπο τόσο ποιητικό, που συγκινεί. Στο σενάριο του φιλμ, ένας από τους χαρακτήρες αναφέρεται στην ευαισθησία της πινελιάς στον πίνακα με τον Ντάγιερ και την παρομοιάζει με το χάδι ενός εραστή. Πραγματικά, πιστεύω ότι στους πίνακες του εκφράζει τρυφερότητα προς τους φίλους και τους εραστές του. Ένα γεγονός που παρατήρησα εκείνη την εποχή είναι ότι στις συζητήσεις και τις συνεντεύξεις που είχα κάνει προετοιμάζοντας το φιλμ, πολύ λίγοι άνθρωποι είχαν κάτι να πουν για τον Ντάγιερ. Πολύ λίγοι τον συμπαθούσαν, τους ενοχλούσε η σχέση του με τον Μπέικον. Νομίζω πως κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Τζων Έντουαρντς. Έτσι, στην ταινία είναι ένα πρόσωπο που μένει εκτός κύκλου του [κλαμπ] Κόλονι Ρουμ. Ήταν ξένος στον κόσμο του Μπέικον, αλλά η μεταξύ τους σχέση ήταν τόσο έντονη, που κανείς δεν μπόρεσε να την κατανοήσει. Νομίζω πως αυτό που έκανε τον Μπέικον να τον αγαπήσει, να αγαπήσει και τον Έντουαρντς, ήταν το ότι δεν επρόκειτο για διανοούμενους για φιλότεχνους που ενδιαφέρονταν για τη δουλειά του.
Όταν τελείωσε το φιλμ, δε νομίζω πως γνώριζα καλύτερα τον Μπέικον (τον είχα συναντήσει στο Κόλονι το 1980, αλλά τότε ήμουν ένας άσχετος νεαρός και με είχε τρομάξει). Υπήρχαν αρκετοί φίλοι εν ζωή για να μου μιλήσουν και μου έδωσαν μια ιδέα της προσωπικότητας του μια έντονη μυθολογία. Υπήρχε ένα είδος σαρκασμού στα σχόλια όλων και ειδικά του Μπέικον.
Νομίζω ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό της εποχής που έζησε. Μέχρι το 1967, πολλά από όσα έκανε ήταν παράνομα, ενώ ο ίδιος δημοσιοποιούσε με τους πίνακές του τις επιλογές. Για παράδειγμα ο πίνακας του 1953 Δύο μορφές έχει ως θέμα την ομοφυλοφιλία. Αλλά, πέρα από αυτό, σίγουρα δεν είναι ένας γκέι καλλιτέχνης. Αυτό επεδίωξα να φανεί και στην ταινία. Η γκέι κοινότητα άσκησε σκληρή κριτική γι’ αυτή την επιλογή μου, αλλά επισημάνω ότι δεν είναι, ότι το φιλμ δεν είναι ένα γκέι φιλμ, διότι τότε δεν υπήρχε η έννοια γκέι, και η λέξη ομοφυλόφιλος σήμαινε κάτι διαφορετικό ακόμη και τότε.
Πηγή

Τζον Μέιμπουρι, περιοδικό "Εντευκτήριο", τεύχος 86/Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, μετάφραση: Κώστας Μαρίνος






 



 



 













 






2 σχόλια:

  1. κάθε ταινία, μοιραία, καταλήγει σε προσωπική ερμηνεία. Ο Bacon μιλάει μέσα από τους πίνακές του - δύσκολη γλώσσα! Σε 50 χρόνια που τα σχετικά δικαιώματα θα έχουν εκλείψει, μια νέα ταινία θα αντιμετωπίζει τις ίδιες δυσκολίες: η εικόνα να γίνεται λόγος...
    Ξενικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακριβώς, και ο Σάμουελ Μπέκετ λέει κάπου: «Όταν γράφουμε για μια αντίληψη καθαρά οπτική είναι σα να γράφουμε μια πρόταση που στερείται νοήματος, άλλωστε δεν πρόκειται ουδόλως για συνειδητοποίηση αλλά εντέλει για θέαση, για εικόνα».
    Αλλά από την άλλη, η κάθε τέχνη έχει και χρησιμοποιεί το δικό της υλικό για να εκφραστεί. Η μουσική τις νότες, η λογοτεχνία τις λέξεις, η ζωγραφική το χρώμα και τη γραμμή (όπου γραμμή βάλτε σχέδιο) κλπ. Ο κινηματογράφος σαν τελευταία τέχνη, είναι τυχερός, γιατί χρησιμοποιεί πολλές γλώσσες, -δανεισμένες βέβαια-, γι' αυτό και αρχικά πολεμήθηκε από πολλούς μια και δεν έβλεπαν σε αυτόν κάτι καινούργιο αλλά χρήση των ήδη υπαρχόντων μέσων. Δηλ. Μουσικής, Εικόνας, Φωτογραφίας, Λόγου κλπ. Αυτό βέβαια δεν τον πτόησε και εξελίχθηκε σε μια σπουδαία τέχνη. Φοβόμαστε όμως ότι με τα χρόνια εκφυλίζεται. Να αναφέρουμε αυτό που έλεγε ο Κισκόφσκι: «Δεν πιστεύω πως ο κινηματογράφος είναι γενικά τέχνη, όλο και πιο σπάνια πέφτουμε πάνω σε κάποια καλή ταινία, πολύ σπάνια». Αυτό ακριβώς...

    ΑπάντησηΔιαγραφή