Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αφιέρωμα (Pier Paolo Pazolini, a tribute) )



 
 Π.Π. Παζολίνι και Μαρία Κάλλας στα γυρίσματα της "Μήδειας", 1968 


Γνωρίζοντας το μεγάλο Ιταλό δημιουργό

Πιέρ Πάολο Παζολίνι γεννήθηκε στην Μπολόνια στις 5 Μαρτίου του 1922 από τον Κάρλο Αλμπέρτο Παζολίνι, αξιωματούχο, γόνο παλιάς οικογένειας της Ραβέννας, και τη Ζουζάνα Κολούσι, δασκάλα σε δημοτικό σχολείο, από την Καζάρσα ντέλα Ντελίτσια του Φριούλι. Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Κάρλο Παζολίνι υποχρεώνει την οικογένεια σε συχνές μετακινήσεις: από την Μπολόνια στην Πάρμα, από το Κονελιάνο στο Μπελούνο, όπου το 1925 γεννιέται ο αδελφός του, ο Γκουινταλμπέρτο.

 
Το Δεκαήμερο (Il Decameron), 1971
Ο Παζολίνι στο ρόλο του Τσιότο στην ταινία "Το Δεκαήμερο", 1971

«Την εποχή εκείνη», γράφει ο Παζολίνι στον Αιρετικό εμπειρισμό «τα πήγαινα ακόμη καλά με τον πατέρα μου. Ήμουν εξαιρετικά ιδιότροπος, δηλαδή νευρωτικός, υποθέτω, αλλά καλός. Απέναντι στη μητέρα μου (έγκυος, αλλά δεν το θυμάμαι) είχα τη διάθεση που είχα και σε όλη μου τη ζωή, μια απελπισμένη αγάπη». Το 1968 απαντώντας σε ερώτηση του Τζόνυ Χάλιντεϊ σχετικά με την καταγωγή και την μόρφωσή του, ο συγγραφέας από την Μπολόνια αποκαθιστά τη σχέση με τους γονείς του: «Για πολύ καιρό πίστευα ότι το σύνολο της ερωτικής και συναισθηματικής μου ζωής ήταν αποτέλεσμα της υπερβολικής, σχεδόν τερατώδους αγάπης για τη μητέρα μου. Αρκετά πρόσφατα, όμως, συνειδητοποίησα ότι και η σχέση με τον πατέρα μου ήταν πάρα πολύ σημαντική. Πάντα πίστευα ότι απεχθανόμουν τον πατέρα μου, αλλά δεν ήταν έτσι στην πραγματικότητα· είχα συγκρουσιακή σχέση μαζί του, στις αντιπαραθέσεις μας ήμουν σε κατάσταση διαρκούς έντασης και βίαιης απολυτότητας. Πολύ ήταν οι λόγοι. Ο κύριος λόγος είναι ότι ήταν δεσποτικός, εγωιστής, εγωκεντρικός, τυραννικός και αυταρχικός, αν και ταυτόχρονα –όλως παραδόξως- αγαθός. Επιπλέον, ήταν στρατιωτικός, αξιωματούχος, και επομένως εθνικιστής. Συμπαθούσε τον φασισμό, και αυτός ήταν ένας ακόμα αντικειμενικός λόγος που δικαιολογούσε πλήρως την κόντρα. Και επιπροσθέτως, είχα πολύ δύσκολη σχέση με τη μητέρα μου. Μόνο τώρα το καταλαβαίνω, αλλά μάλλον εκείνη τον αγαπούσε πολύ και ίσως δεν της το ανταπέδιδε πλήρως, πράγμα που τον κρατούσε σε κατάσταση ανεξάντλητης έντασης. […]
»Πρόσφατα γράφοντας ένα από τα τελευταία έμμετρα θεατρικά μου, το Affabulazione, το οποίο πραγματεύεται τη σχέση πατέρα γιου, κατάλαβα ότι, κατά βάθος, μεγάλο μέρος της ερωτικής και συναισθηματικής ζωής μου δεν εξαρτάται από τη απέχθεια αλλά από την αγάπη μου για κείνον, μια αγάπη που κουβαλούσα μέσα μου από τότε που ήμουν ενάμισι έτους, ή ίσως δύο ή τριών, δεν ξέρω…».

Ο Παζολίνι με τη μητέρα του Σουζάνα

Αναφερόμενος στην μητέρα του λέει:
«Μου διηγιόταν ιστορίες και παραμύθια, μου τα διάβαζε. Η μητέρα μου ήταν σαν τον Σωκράτη για μένα.. Είχε και έχει βεβαίως, μια ιδεαλιστική και εξιδανικευμένη θέαση του κόσμου. Πιστεύει στον ηρωισμό, στην ελεημοσύνη, στην φιλανθρωπία, στην γενναιότητα. Εγώ τα δέχτηκα όλα αυτά με σχεδόν παθολογικό τρόπο».1
«Ήμουνα στο Μπελούνο, λίγο μεγαλύτερος από τριών χρόνων. Από τα αγόρια που παίζανε στους δημόσιους κήπους απέναντι από το σπίτι μου, πέρα από οτιδήποτε άλλο μου κάνανε εντύπωση οι γάμπες τους κυρίως στο κυρτό εσωτερικό μέρος στο γόνατο, όπου πιέζοντάς το τρέχοντας, τα νεύρα τεντώνονται με μια χαριτωμένη και βίαια κίνηση. Έβλεπα σε κείνα τα ευκίνητα νεύρα ένα σύμβολο της ζωής που έπρεπε να διατρέξω ακόμα: μου παρουσιαζότανε η μεγάλη ύπαρξη σε κείνη την κίνηση του νεαρού δρομέα. Τώρα ξέρω ότι ήταν ένα οξύ αισθησιακό συναίσθημα. Εάν το επαναλάβω νιώθω ακριβώς μέσα στα σωθικά μου την συγκίνηση, την βαθιά θλίψη και την βιαιότητα της επιθυμίας. Ήταν το συναίσθημα του ανέφικτου, του σαρκικού- ένα συναίσθημα για το οποίο δεν έχω μπορέσει μέχρι τώρα να επινοήσω ένα όνομα. Το επινόησα τότε και ήταν το "teta veleta" (Η κυρία με το βέλο) Ήδη το να βλέπω εκείνες τις γάμπες να πιέζονται στην ορμή του παιχνιδιούnel mi dissi ότι δοκίμαζα την "teta veleta", κάτι σαν μια διέγερση, μια αποπλάνηση, έναν εξευτελισμό».2

Ο Παζολίνι στα γυρίσματα της "Μήδειας", 1968 

Ο ίδιος ο Παζολίνι θα το κάνει πιο σαφές:
«Η παιδική μου ηλικία τελειώνει στα 13 μου. Όπως όλοι: δεκατριών χρόνων είναι το γήρασμα της παιδικής ηλικίας, στιγμή μεγάλης σύνεσης. Ήταν μια ευτυχισμένη της ζωής μου. Ήμουνα ο πιο καλός μαθητής στο σχολείο. Άρχιζε το καλοκαίρι του '34 . Τελείωνε μια περίοδο της ζωής μου, που έφερνε σε πέρας μια εμπειρία και ήμουν έτοιμος να αρχίσω μια άλλη. Εκείνες οι μέρες που προηγήθηκαν του καλοκαιριού του ’34 ήταν για μένα οι πιο όμορφες και οι πιο ένδοξες της ζωής μου».3

Το Δεκαήμερο (Il Decameron), 1971 

Ο Παζολίνι γράφει τους πρώτους του στίχους στο Σάτσιλε, όπου πηγαίνει δημοτικό. Από το Σάτσιλε η οικογένεια μετακομίζει ξανά: εγκαθίσταται στην Ίντρια, επιστρέφει στο Σάτσιλε και, έπειτα, μεταφέρεται στην Κρεμόνα και σε διάφορα άλλα αστικά κέντρα του Βορρά. Κατά την καλοκαιρινή περίοδο, μητέρα και γιοι περνούν πάντα μέρος των διακοπών στην Καζάρσα.
Το 1937, επιστρέφουν όλοι στην Μπολόνια όπου ο ποιητής φοιτά στο λύκειο Γκαλβάνι και στο πανεπιστήμιο («Ένα μέτριο και φασιστικό πανεπιστήμιο», σχολιάζει αργότερα, «οφείλω να εξαιρέσω τη φιγούρα της Λόνγκι, που υπήρξε, τα χρόνια εκείνα στην Μπολόνια, μεγάλης σημασίας και για μένα και για πολλούς από το ίδιο έτος μ’ εμένα ή μεγαλύτερα έτη»). Το 1941 ο Κάρλο Αλμπέρτο Παζολίνι, ο οποίος, στο μεταξύ, είχε γίνει υποστράτηγος, φεύγει για τον πόλεμο στην Ανατολική Αφρική· τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, γιοι και σύζυγος πηγαίνουν, ως συνήθως, στην Καζάρσα. Ο Πιέρ Πάολο γράφει στοίχους και αλληλογραφεί με τους φίλους του από την Μπολόνια.
Στην Μπολόνια στη Libreria Antiguaria του Μάριο Λάντι, ο Παζολίνι εκδίδει με δικά του έξοδα τον Ιούλιο του 1942 την ποιητική συλλογή Ποιήματα στην Καζάρσα και, μάλιστα, γράφει γι’ αυτόν κριτική –τον Απρίλιο του ’43- ο Τζιανφράνκο Κοντίνι στο Corriere del Ticino. Μέχρι και οι ποιητές Τζιόρτζιο Καπρόνι και Αλφόνσο Γκάττο γράφουν ενθουσιώδης κριτικές για τα φριουλιάνικα ποιήματά του.
Ο ίδιος λέει: «Ο φασισμός δεν ανεχόταν τις διαλέκτους, σύμβολα της παράλογης ένωσης αυτής της χώρας όπου γεννήθηκαν ανεπιθύμητες και αισχρές πραγματικότητες στην καρδιά των εθνικιστών».4

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Η χρήση της διαλέκτου αντιπροσωπεύει, επίσης, μια προσπάθεια να αφαιρέσει από την εκκλησία την πνευματική ηγεμονία πάνω στις καθυστερημένες μάζες.
Η επιστροφή στην Καζάρσα αντιπροσωπεύει στα πανεπιστημιακά χρόνια, την επιστροφή σ’ έναν τόπο ευτυχισμένο για τον Παζολίνι. Γράφει στην Silvana Ottieri σε ένα του γράμμα τον Απρίλιο του '47 :
«Το ότι ήταν Μεγάλο Σάββατο ήταν μια λεπτομέρεια που δεν με ένοιαζε. Να βλέπεις τα χρώματα του ορίζοντα και της εξοχής! το τραίνο σταμάτησε στο Σάτσιλε, μέσα σε μια βαριά σιωπή, από την τελευταία Τούλη αισθάνθηκα εκ νέου την εξοχή. Εκεί, πίσω από τον σταθμό του Σάτσιλε ανοίγονταν προς την εξοχή ένας δρόμος που δεν ξέρω εάν τον πέρασα κατά την διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας ή τον ονειρεύτηκα». 

 
Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972

Το Χειμώνα του 1942-’43, ενώ ο Κάρλο Αλμπέρτο είναι φυλακισμένος στην Κένυα, η οικογένεια μεταφέρεται οριστικά στην Καζάρσα. Την επόμενη χρονιά ο Παζολίνι είναι φαντάρος στο Λιβόρνο: διαφεύγει, μετά τις 18 Σεπτεμβρίου και επιστρέφει στην Καζάρσα. Την Άνοιξη του 1944, ο αδελφές του Γκουίντο φεύγει στα βουνά της Κάρνια και προσχωρεί σε αντάρτικη ομάδα ως υπαρχηγός της Brigata Osoppo. Τον Απρίλιο του 1944 ο Παζολίνι δημοσιεύει μια μικρή επιθεώρηση με τον τίτλο Stroligùt di cà da laga. Ο εξάδελφός του, Νίκο Ναλντίνι, ήταν ένας από τους νεότερους συνεργάτες. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1945, ο ποιητής ιδρύει την Academiuta di lenga furlana (Ακαδημία της φριουλάνικης γλώσσας) που, μέσα στα επόμενα χρόνια, θα τυπώσει άλλα τρία τεύχη του περιοδικού και διάφορες ποιητικές συλλογές είτε του ίδιου του Παζολίνι είτε φίλων του (Ναλντίνι, Σέρρα).
Ακριβώς εκείνο το Φεβρουάριο, ο Γκουίντο δολοφονείται μαζί με τους συντρόφους του στο Πορτζούς, κοντά στα γιουγκοσλαβικά σύνορα, από φιλογκαριμπαλντικούς αντάρτες που είχαν περάσει από σλοβενικό έλεγχο. Ακόμα φρικτότερο καθιστά το τέλος του το γεγονός ότι είχε ήδη γλυτώσει, σε πρώτη φάση, τη σφαγή, και ότι, ήδη τραυματισμένο, τον κυνήγησαν, τον εντόπισαν και τον σκότωσαν. Το Νοέμβριο του 1945, ο Πιέρ Πάολο παίρνει πτυχίο φιλολογίας στην Μπολόνια και συζητάει με τον καθηγητή Κακλατέρα την εκπόνηση διδακτορικού με τίτλο Ανθολογίας της ποίησης του Πάσκολι· εισαγωγή και σχόλια, (Antologia della lirica pascoliana· introduzione e commenti). Πριν το τέλος του χρόνου επιστρέφει στην Καζάρσα, μετά τη φυλάκισή του, ο πατέρας του, Κάρλο Αλμπέρτο, άρρωστος και συντετριμμένος από το θάνατο του μικρότερου γιου του.
«Ο Πιέρ Πάολο, μαρξιστής συγγραφέας, συμμερίζεται τις ιδέες και υπερασπίζεται τα συστήματα των δολοφόνων του αδελφού του».5
«Ο αδελφός του Παζολίνι δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές। Είχε ζητήσει μάταια βοήθεια από τον αδελφό του Πιέρ Πάολο ».6
Ανάμεσα στο 1947 και το 1949, ο Παζολίνι διδάσκει στη μέση εκπαίδευση σε ένα χωριουδάκι κοντά στην Καζάρσα, το Βαλβαζόνε. 

 
Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972

Σ’ εκείνα τα χρόνια αρχίζει και η πολιτική του στράτευση. Το 1947 πλησιάζει το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, αρχίζοντας την συνεργασία του με το εβδομαδιαίο περιοδικό του κόμματος"Δουλειά και πάλη". Οι συνθήκες του θανάτου του αδελφού του Γκουίντο αποτελούν σίγουρα ένα εμπόδιο για την πλήρη ενσωμάτωσή του στο Ι.Κ.Κ. Ο Παζολίνι ωστόσο απέφευγε πάντοτε να strumentalizzazioni εκείνη την υπόθεση θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο προσέβαλε την μνήμη του αδελφού του. Ο Πιέρ Πάολο θα πρέπει να δικαιολογήσει εκείνη την προσχώρηση και στην μητέρα του και στον πατέρα του, ο οποίος κατηγορούσε την γυναίκα του ότι είχε επιτρέψει στον Γκουίντο να πάει με τους αντάρτες.
Η προσχώρηση στο Ι.Κ.Κ αντιπροσωπεύει για τον νεαρό ποιητή μια βαθιά θαρραλέα πράξη. Ο Παζολίνι θα γίνει γραμματέας στην τοπική οργάνωση του San Giovanni της Καζάρσα, αλλά μέσα στο κόμμα δεν τον βλέπανε με καλό μάτι, και κυρίως δεν τον συμπαθούσανε οι κομουνιστές διανοούμενοι του Φρίουλι. Στο πρόσωπο του Παζολίνι πολλοί κομμουνιστές βλέπουν μια υποψία αδιαφορίας για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, έναν κοσμοπολιτισμό, και μια υπέρμετρη προσοχή για τον αστικό πολιτισμό. Τότε ο Παζολίνι γνωρίζει τον ζωγράφο Zigaina ,με τον οποίο θα παραμείνει φίλος σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Αυτή η περίοδος, η περίοδος της κομμουνιστικής στράτευσης, είναι η μόνη κατά την οποία ο Παζολίνι ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική πάλη. 

 
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Στις 15 Οκτωβρίου του 1949 Παζολίνι μηνύθηκε στους αστυνομικούς του Κορντοβάντο για αποπλάνηση ανηλίκων: είναι η αρχή μιας ταπεινωτικής δικαστικής διαδικασίας που θ’ αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Μετά από αυτή την εξέλιξη θα ακολουθήσουν και αρκετοί άλλοι, όμως είναι θεμιτό να σκεφτούμε ότι εάν δεν υπήρχε αυτή η πρώτη διαδικασία οι άλλοι δεν θα είχαν ακολουθήσει. Ο Παζολίνι κατηγορείται ότι είχε απομονωθεί στις 30 Σεπτεμβρίου του 1949 στο χωριό Ραμουσέλλο με δυο η τρία αγόρια. Οι γονείς των παιδιών δεν υπέβαλλαν μήνυση αλλά οι αστυνομικοί του Κορντοβάντο που ήρθαν για να μάθουν για τους ψιθύρους που ακούγονταν στο χωριό ερευνούν το συμβάν. Είναι μια περίοδος με πολύ σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στηναριστερά και στην δεξιά, είμαστε στον ψυχρό πόλεμο και ο Παζολίνι, εξαιτίας της θέσης του ως κομμουνιστής διανοούμενος και αντικληρικός αντιπροσωπεύει έναν πολύ ευάλωτο στόχο. Η κατηγορία για τα γεγονότα του Ραμουσέλλο viene ripresa τόσο από την δεξιά όσο και από την αριστερά: πριν ακόμα να ολοκληρωθεί η διαδικασία, στις 26 Οκτωβρίου του 1949, ο Παζολίνι αποπέμφθηκε με άσχημο τρόπο από το ΙΚΚ. Γράφει η εφημ. l’Unita' στις 2 9 Οκτωβρίου: "ΔΙΑΓΡΑΦΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΚΚ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΑΖΟΛΙΝΙ.

 
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Η οργάνωση του ΙΚΚ του Πορντενόνε αποφάσισε στις 26 Οκτωβρίου την διαγραφή από το κόμμα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι από την Καζάρσα για λόγους ηθικής.
«Παίρνουμε αφορμή από τα γεγονότα που έχουν δημιουργήσει ένα βαρύ πειθαρχικό μέτρο σε βάρος του ποιητή Παζολίνι για να καταγγείλουμε ακόμα μια φορά τις επιζήμιες επιδράσεις των ιδεολογικών και φιλοσοφικών ρευμάτων διαφόρων Gide, Sarte και άλλων παρακμιακών ποιητών και διανοουμένων , που θέλουν να προσποιούνται τους προοδευτικούς, αλλά που στην πραγματικότητα συγκεντρώνουν τις πιο νοσηρές ιδέες της αστικής γενιάς»

 
Π. Π. Παζολίνι και Μαρία Κάλλας στα γυρίσματα της "Μήδειας" 1968 

Ο Παζολίνι διωγμένος από το ΙΚΚ, χάνει την θέση του ως καθηγητής, σπάει προς το παρόν τη σχέση του με την μητέρα του, είναι η καταστροφή. Ο Παζολίνι αποφασίζει να φύγει από την Καζάρσα, από το τόσο μυθοποιημένο του Φρίουλι μαζί με την μητέρα του μετακομίζουν στην Ρώμη∙ είναι το ξεκίνημα μιας νέας ζωής για τον Παζολίνι. Αργότερα θα γράψει:
«Έφυγα με την μητέρα μου και με μια βαλίτσα και μερικές χαρές που φαινόταν ψεύτικες, πάνω σε ένα τραίνο αργό σαν ένα φορτηγό, μέσα από τον κάμπο του Φρίουλι που ήταν σκεπασμένος από ένα ελαφρύ και πυκνό στρώμα ομίχλης Πηγαίναμε στην Ρώμη. Πηγαίναμε λοιπόν, αφήνοντας τον πατέρα μου δίπλα σε μια φτωχική σόμπα, με το παλιό στρατιωτικό αμπέχονο και τις φρικτές του εξάψεις της κίρρωσης και τα παρανοϊκά του σύνδρομα. Έζησα αυτή τη σελίδα του μυθιστορήματος, τη μοναδική στη ζωή μου: για το υπόλοιπο,έζησα μέσα στη λυρική ποίηση, όπως κάθε δαιμονισμένος».7
Τα ποιήματα που έγραψε μεταξύ ’43 και ’49 (τα οποία συμπεριλήφθηκαν, το 1958 στην συλλογή Το αηδόνι της καθολικής εκκλησίας) αποκαλύπτουν την κοινωνική και λογοτεχνική στάση, καθώς και τον πολιτικό προσανατολισμό του νεαρού συγγραφέα: το τελευταίο μέρος της συλλογής Το αηδόνι φέρει τον τίτλο Η ανακάλυψη του Μαρξ. Την ίδια περίοδο, μετά τις διαμάχες των εργατών στο Φριούλι γράφει το πεζό Οι μέρες του αγαθού ντε Γκάσπερι (I giorni del lodo De Gasperi), που θα συνενωθεί με το μυθιστόρημα Το όνειρο μιας υπόθεσης (Il sogno di una cosa), το οποίο εκδόθηκε το 1962.

Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972

Τα χρόνια στην Καζάρσα είναι ανεξίτηλα. Όπως και η αναχώρηση – η φυγή όπως την ορίζει ο Παζολίνι- από τα μέρη αυτά. Το γεγονός ότι το φθινόπωρο του 1949 κατηγορήθηκε για διαφθορά ανηλίκων και προσβολή της δημοσίας αιδούς κάνει το βίο αβίωτο στο νεαρό εκπαιδευτικό. Τον Ιανουάριο του 1950, φεύγει με τη μητέρα του στη Ρώμη, και ζει, αρχικά, πολύ δύσκολα, καθώς είναι «ένας απελπισμένος άνεργος, από αυτούς που καταλήγουν να αυτοκτονήσουν». Αρχικά μένει στην πλατεία Κοτσαγκούτι, στο Πόρτικο ντ’ Οτάβια, μετά σε μια κωμόπολη, στο Πόντε Μάμολο, κοντά στο σωφρονιστήριο της Ρεμπίμπια.
«Ήταν μια τρομακτική περίοδος της ζωής μου. Φτάνω στη Ρώμη από την μακρινή εξοχή του Φρίουλι: άνεργος για πολλά χρόνια αγνοημένος από όλους ρημαγμένος από τον εσωτερικό τρόμο ότι δεν είσαι όπως ήθελε η ζωή απασχολημένος να δουλεύω μανιωδώς σε σοβαρές και σύνθετες μελέτες ανίκανος να γράψω se non ripetendomi in un mondo ch'era cambiato.Δεν θα ’θελα ποτέ να ξανάλθουν για να μην τα ξαναζήσω εκείνα τα δυο- τρία χρόνια».8
«Τους πρώτους μήνες του’50 ήμουνα στη Ρώμη με την μητέρα μου ο πατέρας θα ερχόταν και αυτός, σχεδόν δυο χρόνια μετά ήδη μέσα στο1 9 5 0 είχα αρχίσει να γράφω τις πρώτες σελίδες από τα Παιδιά της ζωής. Ήμουνα άνεργος ζούσα σε συνθήκες πραγματικής απογοήτευσης ήθελα ακόμη και να πεθάνω. Κατόπιν με την βοήθεια του ποιητή Vittorio Clemente βρήκα μια θέση καθηγητή σε ένα ιδιωτικό σχολείο».9


Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

«Ένα πράγμα που δεν καταλαβαίνω, και που δεν χωράει στους υπολογισμούς, στον λογαριασμό ανάμεσα σε μένα και σε αυτόν που με τιμωρεί, είναι η μοίρα της μητέρας μου. Δεν μπορώ να σου γράψω πολλά,γιατί ήδη μου’ ρχονται δάκρυα στα μάτια μου. Βρήκε δουλειά σε μια μικρή οικογένεια (ο σύζυγος,η γυναίκα του με ένα μικρό παιδάκι δυο χρονών) και με έναν ηρωισμό και μια απλότητα που δεν μπορώ να την εκφράσω με λόγια, δέχτηκε τη νέα της ζωή. Πάω και την βλέπω κάθε μέρα και της βαστάω λίγο και το μωρό,για να τη βοηθήσω λιγάκι: αυτή κάνει τα πάντα για να δείξει χαρούμενη και ξέγνοιαστη: χθες ήταν τα γενέθλιά μου, να ξερες πως μου συμπεριφέρθηκε…10
«Είναι δυο- τρία χρόνια που ζω μέσα σε έναν κόσμο"διαφορετικό": ξένο σώμα κι επομένως προσαρμόζομαι με πιο αργές συνειδητοποιήσεις. Μεταξύ ιψενιανού και πασκολιανού (για να συνεννοούμαστε ...),είμαι εδώ σε μια ζωή όλο μπράτσα, αναποδογυρισμένη όπως ένα γάντι,που εξηγείται πάντα όπως ένα από κείνα τα τραγούδια που κάποτε δεν τα συμπαθούσα, απόλυτα γυμνή από συναισθηματισμούς, σε ανθρώπινους οργανισμούς τόσο αισθησιακούς σχεδόν μηχανικούς όπου δεν είναι γνωστή καμιά από τις χριστιανικές αρχές, η συγχώρεση η πραότητα κτλ... και ο εγωισμός παίρνει μορφές θαρραλέες(...)
Στον κόσμο του βορρά όπου έζησα,υπήρχε πάντοτε η νόμιζα ότι υπήρχε, στην σχέσεις των ανθρώπων, η σκιά μιας συμπόνιας που έπαιρνε μορφές συστολής, σεβασμού,αγωνίας ,συναισθηματικής εκτόνωσης κτλ.: για να μπλεχτείς σε μια ερωτική σχέση έφτανε μια χειρονομία, μια λέξη….».11

Ο Παζολίνι στα γυρίσματα των "Χιλίων και μία Νυκτών" 1974 

Ο πατέρας του στο μεταξύ, έχει πάει μαζί τους και ο Παζολίνι καταφέρνει επιτέλους να πάρει μια θέση διδάσκοντα στο Τσιαμπίνο, με εικοσιεπτά χιλιάδες λίρες το μήνα· αργότερα χάρη στον Μπασάνι, εργάζεται ως σκηνογράφος κινηματογράφου, πράγμα το οποίο διευκολύνει, λίγο αργότερα, η μετακόμιση με τους γονείς του στο Μοντεβέρντε, στην οδό Φοντεϊάνα. Το ’52, ο συγγραφέας επιμελείται για τις εκδόσεις Guanda, μαζί με τον Μάριο Ντελ’ Άρκο, την ανθολογία Διαλεκτική ποίηση του 1900 (Poesia dialettale del Novesento), την οποία θα ακολουθήσει το ’55 το Ιταλικά τραγούδια - Λαϊκή ιταλική ποίηση (Canzionere italianoAntologia della poesiapopolare). Το 1954, εκδόθηκε η συλλογή με τα φριουλάνικα ποιήματά του, Η πιο ωραία νιότη (La meglio gioventù).

Το Δεκαήμερο (Il Decameron), 1971 

To 1955, ο Παζολίνι, μαζί με τον Ρομπέρτο Ροβέσι, τον Φραντζέσκο Λεονέτι, τον Άντζελο Ρωμανό και τον Φράνκο Φορτίνι, εργάζεται στο περιοδικό Officina, το οποίο αποτελεί, παρά την βραχεία διάρκειά του (στο κλείσιμό του συντελεί, το 1959 και ένα επίγραμμα του Παζολίνι εναντίον του Πίου XII), σημαντική μαρτυρία της στάσης των ιταλών διανοουμένων απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζονται, ως επί το πλείστον, με συντηρητισμό και κομφορμισμό. Τα Πάθος και ιδεολογία (Passione e idologia, 1960) οι στίχοι Η θρησκεία των καιρών μου (La religione dem mio tempo, 1961) αντιπροσωπεύουν την συμβολή του Παζολίνι στο Officina.

Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974 

Το 1955 είναι η χρονιά στην οποία ο Παζολίνι δημοσίευσε την πρώτη μεγάλη λογοτεχνική επιτυχία του, το μυθιστόρημα που ωρίμαζε μέσα του μέχρι το '50: Τα παιδιά της ζωής (Ragazzi di vita). Το βιβλίο δεν έχει μόνο την αξία του σπαρταριστού ντοκουμέντου, και ακόμα μέχρι σήμερα παραμένει ακέραιη η θλιβερή ποίηση της συγκέντρωσης των αγοριών και μικρών παιδιών σε ένα είδος αστικής ερήμου, με τις μακροσκελείς νυχτερινές σκηνές των ανελέητων και ωμών πράξεων, στις οποίες ενσκήπτει ο θάνατος· ο οποίος περιγράφεται ολοκληρωτικά μόνο στο τέλος, όταν ο μικρός Τζενέζιο παρασέρνεται από το ποτάμι, με τρόπο που απέχει από τη δραματική κραυγή και αναλαμβάνει τη λειτουργία του συμβόλου. Γι’ αυτό το βιβλίο ο Παζολίνι δικάζεται για «αισχρότητα»: η κατηγορία σήμερα είναι ανυπόστατη αλλά, τα χρόνια εκείνα, όσο παράλογη κι αν ήταν, είχε σαφές διωκτικό νόημα.
Με τη συλλογή ποιημάτων Οι στάχτες του Γκράμσι (Le ceneri di Gramsci, 19557) –βραβευμένη την ίδια χρονιά στο Βιαρέτζο- ο Παζολίνι αναγνωρίζεται ως μεγάλος ποιητής: στο δρόμο που χαράσσεται στη νεότερη, πολιτικά στρατευμένη ποίηση, χωρίς, ωστόσο, να αρνείται την έκφραση της αμφιβολίας, της αφωνίας ή της ακαταμάχητης χαράς. Στο τέλος του 1958 πεθαίνει ο πατέρα του: «Δεν ήθελε να θεραπευτεί, στο όνομα της ρητορικής ζωής του. Δεν μας άκουγε, εμένα και τη μητέρα μου, διότι μας περιφρονούσε. Ένα βράδυ γύρισα στο σπίτι, και ίσα που πρόλαβα να τον δω πριν πεθάνει».

Πρωτότυπα εξώφυλλα βιβλίων του Π.Π. Παζολίνι
Εξώφυλλα νεώτερων εκδόσεων βιβλίων του Π.Π. Παζολίνι

Αφίσες των ταινιών "Δεκαήμερο" και "Σαλό" 

Το 1959 δημοσιεύει το μυθιστόρημα Μια βίαιη ζωή (Una vita violenta). Με το βιβλίο αυτό ο Παζολίνι γίνεται ένας από τους ελάχιστους Ιταλούς συγγραφείς που η φήμη τους ξεπέρασε, την εποχή εκείνη, τα σύνορα της πατρίδας τους. Είναι η άλλη πλευρά αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε «δίπτυχο των λαϊκών συνοικιών της Ρώμης». Ακόμα πιο συμπαγές και δραματικό έργο, σε σχέση με Τα παιδία της ζωής, έχει έναν αληθινό πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του παιδιού Τομάζο Πούτζιλι. Τίποτα δεν έχει αφαιρέσει ο χρόνος από την απελπισμένη και άγρια ομορφιά του βιβλίου, από την καθαρότητα των γραμμών ενός δράματος στέρεα δομημένου με λόγο που δεν μπορεί να τροποποιηθεί: το δράμα ενός αποκλεισμένου νεαρού που δραπετεύει από το είναι του και που, τελικά απεκδύεται από την ίδια την ύπαρξή του. Και σε αυτό το μυθιστόρημα το σκηνικό είναι η Ρώμη των απόκληρων, κι εδώ πρωταγωνιστές είναι τα «χαμίνια», και πολλές από τις ηρωικές πράξεις είναι εγκληματικά τεχνάσματα «της πιάτσας», που παραπαίουν ανάμεσα στο «σκοτώνω της ώρα μου» και το «επιβιώνω». Αφήγηση λιγότερο σκοτεινή από την προηγούμενη και πολύ λιγότερο παιδικοί οι χαρακτήρες της: όμως, είναι εξίσου αδυσώπητος στην παρατήρηση και την κριτική της σωματικής και ηθικής ένδειας, ενώ έχει τελειοποιήσει τη χρήση του ισιώματος της αργκό. Τα παιδιά της ζωής αφήνουν χώρο στη θανάσιμη ακρίβεια που επισκιάζει τη σύντομη ζωή του Τομάζο, οδηγώντας τον σταδιακά στο θάνατο, που έχει τη δική του ξεχωριστή λογική στις δυσκολίες που κάθε άνθρωπος αντέχει να ζήσει.

Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972

Από το 1960 ο Παζολίνι ανακαλύπτει τον κινηματογράφο ένα μέσο έκφρασης εκπληκτικά πρόσφορο στις υφολογικές αναζητήσεις του και στην ανάγκη του για άμεση οπτική επικοινωνία . Το ωραιότατο Ακατόνε (1961) συμπληρώνει τον αρχικό διάλογο με τα μυθιστορήματα των υποβαθμισμένων συνοικιών, δεν αποτυπώνει στην εικόνα παρά μόνο ό,τι εξαίσιο ή αποτρόπαιο διέφυγε στον γραπτό λόγο। Μέσα σε λίγα χρόνια ο Παζολίνι γυρίζει μια σειρά από ταινίες στις οποίες έχει αφομοιώσει και έχει υπερβεί κάθε κατάκτηση του νεορεαλισμού, και οι οποίες τον κατατάσσουν ανάμεσα στους καλύτερους Ιταλούς σκηνοθέτες:

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Ακατόνε (Accattone), 1961 Μάμα Ρόμα (Mamma Roma), 1962· Η Ρικότα, επεισόδιο απ' τη συλλογή RoGoPaG, (La ricotta), 1963· La rabbia, πρώτο μέρος 1963· Comizi damore, 1964· Sopraluogli in Palestina, 1964· Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Il vangelo secondo Matteo), 1964· Πουλιά παλιόπουλα (Uccellacci e uccellini), 1966· Οι Μάγισσες (Le stregheLa Terra vista dalla Luna), 1967· Οιδίπους (Edipo re), 1967· Che cosa sono le nuvole? επεισόδιο από το Capriccio allitaliana, 1968· Θεώρημα (Teorema), 1968· La sequenza del fiore di carta επεισόδιο από το Amore e rabbia, 1969· Χοιροστάσιο (Porcile), 1969· Μήδεια (Medea), 1969· Appunti per un orestiade africana, 1970· Η «τριλογία της ζωής» ή του «έρωτα»: Το Δεκάμερο (Il Decameron), 1971· Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972· Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974· και, τέλος, το Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975.

Το Δεκάμερο (Il Decameron), 1971 

Συχνά έντονα συζητημένες, αυτές οι ταινίες αντανακλούν πιστά τα στάδια της διανοητικής και ηθικής εξέλιξης του δημιουργού τους· που δημιουργεί, με όποιο μέσο του προσφέρεται από την ανθρώπινη καλλιτεχνική κληρονομιά, είτε είναι μουσική, είτε ζωγραφική, είτε λογοτεχνία, ένα ύφος το οποίο αναπαριστά πάντα λυρικά την αφήγηση. Τέτοια εσωτερική εξέλιξη φέρει τον Παζολίνι σε αποτελέσματα πραγματικά υψηλά και πρωτοποριακά στην ποιητική: διότι στη Θρησκεία των καιρών μου, στην Ποίηση σε σχήμα ρόδου (1964), στο Trasumanar e organizzar (1971), το προσωπικό ημερολόγιο, η ολοένα και πιο πικρή πολεμική, ώσπου να γίνει το πρόσωπό του δημόσιο, η άρνηση του εφησυχασμού, μια απελπισμένη αγάπη για ζωή, ο ίδιος ο επώδυνος έρωτας, έχουν αποχρώσεις ελευθερίας και θάρρος που λίγοι διαθέτουν στην Ιταλία, και εκφράζονται με ένα ύφος το οποίο έκανε τους πάντες να μιλάνε για υπέροχη μανιέρα, για πένθιμο πάθος και μπαρόκ.

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Συγχρόνως, δημοσιεύονται και άλλα αφηγηματικά έργα, όπως το μυθιστόρημα Το όνειρο μιας υπόθεσης, τα διηγήματα Ali dagli occhi azzuri (1965) και το αφήγημα Θεώρημα (Teorema 1968), στο οποίο είναι προφανείς η μεταφορά του θρησκευτικού νοήματος, μέσα από τη θεϊκή εισβολή σε μια τυπική, αστική οικογένεια στο Μιλάνο. Τα τελευταία χρόνια –στην αξιολόγηση του καλλιτεχνικού του προφίλ χρειάζεται οπωσδήποτε να υπογραμμιστεί η ευστροφία και η αέναη δραστηριότητα, η εξαιρετική δημιουργικότητα του Παζολίνι- εντατικοποιεί τις κριτικές και δοκιμιακές παρεμβάσεις του, μερικές από τις οποίες έχουν συγκεντρωθεί στον Αιρετικό εμπειρισμό (1972) και στα Κουρσάρικα γραπτά (1975). Ο Παζολίνι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πνευματικούς ανθρώπους της Ιταλίας μπορεί να πει κανείς ότι ήταν προβοκάτορας ήδη από την εποχή που ήταν αφανής ποιητής και φιλόλογος , αν και, σίγουρα, με τρόπο λιγότερο ηχηρό· άλλωστε, ο αριθμός των καταγγελιών –μερικές από τις οποίες ήταν αβάσιμες ή εντελώς φανταστικές- που επέσυρε προς το πρόσωπό του έχει από μόνος του σημασία. Αυτά τα γραπτά αμφισβήτησης προορίζονταν να πυροδοτήσουν βίαιες αντιδράσεις και κριτικές, επειδή αντανακλούσαν, επίσης με διαφανή τρόπο, τις προσωπικές τραγωδίες στη ζωή του Παζολίνι· το ότι τις εμπιστεύτηκε, ανυπεράσπιστος, στα μάτια και το στόμα κάθε αναγνώστη ή θεατή ηχούσε ακόμα και σαν ξεδιαντροπιά και πρόκληση στο μαρτύριο.

Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974

Όστια, 2 Νοεμβρίου 1975. Πρωί
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου στην Όστια, σε ένα χωράφι στο δρόμο της αποβάθρας, μια γυναίκα, η Maria Teresa Lollobrigida, βρίσκει το πτώμα ενός άνδρα. Ο Ninetto Davoli θα αναγνωρίσει το πτώμα του Παζολίνι.
«Όταν βρέθηκε το πτώμα του ο Παζολίνι, ήταν μπρούμυτα, το ένα χέρι του, ματωμένο απλωμένο και το άλλο σκεπασμένο από το κορμί. Τα μαλλιά του κολλημένα από το αίμα έπεφταν στο πρόσωπο που ήταν γδαρμένο και σχισμένο. Το πρόσωπο παραμορφωμένο από το πρήξιμο ήταν μελανιασμένο, από τους μώλωπες και τις πληγές. Μελανά και γεμάτα μώλωπες και κόκκινα από το αίμα ήταν και τα χέρια του. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού σπασμένα και κομμένα. Το αριστερό σαγόνι τσακισμένο. Η μύτη σπασμένη έγερνε προς τα δεξιά. Τα αυτιά κομμένα στη μέση και το αριστερό αυτί ξεριζωμένο. Πληγές στους ώμους, στο θώρακα,στα ισχία, με φανερά τα ίχνη από λάστιχα του αυτοκινήτου, κάτω από το οποίο είχε συνθλιβεί. Ένα φρικτό σχίσιμο ανάμεσα στο λαιμό και στον αυχένα. Δέκα πλευρά σπασμένα,σπασμένο το στέρνο. Το συκώτι τρυπημένο σε δύο σημεία. Η καρδιά διαλυμένη».12

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Για τον άγριο φόνο συνελήφθη ο Τζουζέππε Πελόζι (Giuseppe Pelosi) ο επονομαζόμενος και «Πίνο ο βάτραχος», (Pino la rana), ένας εκπορνευόμενος 17χρονος. Το αγόρι, όταν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς, μπροστά στην σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων, ομολόγησε την δολοφονία. Η σύλληψή του έγινε τη νύχτα όταν οι αστυνομικοί σταματούν το νεαρό που οδηγεί μια Αlfa Romeo η οποία αργότερα θα αποδειχτεί ότι ανήκει στον Παζολίνι. Ο Τζουζέππε Πελόζι μετά την ομολογία του καταδικάστηκε ως ένοχος, σε φυλάκιση 9 ετών και 7 μηνών.
Η όλη αγριότητα όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα σεξουαλικό έγκλημα, έτσι οι αρχικές υποψίες ότι ο Πελόζι δεν ήταν ο μόνος δράστης του εγκλήματος ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν.

Ο Παζολίνι στα γυρίσματα του "Σαλό" 1974

Τριάντα χρόνια μετά, το 2005, ο Πελόζι απέσυρε την ομολογία του, δηλώνοντας πως πλέον ήταν νεκροί όλοι όσοι απειλούσαν τον ίδιο και την οικογένειά του, κάτι που του επέτρεπε πλέον να πει την αλήθεια. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, αλλά και την έρευνα των Σικελών δημοσιογράφων Τζουζέππε Λο Μπιάνκο και Σάντρα Ρίτσα, η δολοφονία του Πιερ Πάολο Παζολίνι ήταν καθαρά πολιτικό, και όχι σεξουαλικό, έγκλημα.
Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους, αιτία ήταν η γνώση του Παζολίνι για πρόσωπα της ιταλικής πολιτικής και τις διασυνδέσεις τους με τον κόσμο της Μαφίας. «Ξέρω τα ονόματα των υπευθύνων, όλων αυτών που χειραγωγούν τους νεοφασίστες, όλων αυτών των γνωστών αγνώστων που είναι υπεύθυνοι για τα πρόσφατα εγκλήματα» είχε δηλώσει ο Παζολίνι ένα χρόνο πριν από τη δολοφονία του.


Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975

Ο 52 ετών σήμερα Πελόζι δηλώνει: «Τον εκτέλεσαν. Ήταν πέντε. Του φώναζαν «βρωμόπουστα», «σκατοκομμούνι» και τον χτυπούσαν βίαια. Εμένα με είχαν ακινητοποιήσει. Δεν άγγιξα καν τον Παζολίνι, αντίθετα προσπάθησα να τον υπερασπιστώ». Μεταξύ των πέντε εκτελεστών είχε αναγνωρίσει τους αδελφούς Μπορσελλίνο και δύο Σικελούς νεοφασίστες και ντίλερ.
Η Ιταλική δικαιοσύνη μετά την αναίρεση του Πελόζι άρχισε να ερευνά εκ νέου την υπόθεση. Ο φάκελος όμως μπήκε στο αρχείο αφού οι δικαστές αποφάσισαν ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να συνεχίσουν.
Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Ποιητής, Συγγραφέας, Κινηματογραφιστής, Δοκιμιογράφος, Σεναριογράφος, Δημοσιογράφος, είναι θαμμένος στην Καζάρσα, στο αγαπημένο του Φριούλι.

Πηγές και σημειώσεις:

Για τη συγγραφή του αφιερώματος στον Παζολίνι αντλήθηκαν στοιχεία από τις εξής πηγές:
- Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου, εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα 2006
- Πιέρ Πάολο Παζολίνι,Τα παιδιά της ζωής, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1993
- Εφημερίδα Το Βήμα
- Εφημερίδα Repubblica.it
- Το site για τον Παζολίνι www.pazolini.it (μετάφραση από τα Ιταλικά Γιάννης Η. Παππάς)


Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974


Σημειώσεις:
1. Συνέντευξη στην Dacia Maraini στο περιοδ. Vogue,τον Μάιο του 1971
2. Πιέρ Πάολο Παζολίνι στο Nico Naldini, χρονοιστορία , δες, σελ. XVI
3. Π. Π., στο AA.VV., Παζολίνι, μια μελλοντική ζωή, Ass. Fondo Pasolini, Garzanti, Mιλάνο, 1985
4. Π. Π. Παζολίνι O ποιητής της στάχτης, σε επιμ. του Enzo Siciliano, στο περ. nuoviargomenti ν. 67- 68, Ρώμη, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1980.
5. Εφημ.Secolo d'Italia - 24 Σεπτεμβρίου 1960
6. Εφημ. Il Tempo – 26 Μαρτίου 1970
7. Π. Π. Παζολίνι, ο ποιητής της στάχτης, σε επιμ. του Enzo Siciliano,στο περιοδ. "nuoviargomenti" Νούμερο 67-68, Ρώμη, Ιούλιος Αύγουστος 1980.
8. Π. Π. Παζολίνι, Το τραίνο της Καζάρσα, στο"FMR", ν. 28, Νοέμβριος 1984, Franco Maria Ricci, Μιλάνο σελ. 122.
9.  Il profilo autobiografico in ritratti su misura di scrittori italiani, σε επιμ.του E.F. Accrocca, Βενετία, 1960
10. Γράμμα στην Silvana Ottieri
11. Γράμμα στην Silvana Ottieri
12. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης στο πτώμα του Παζολίνι "Corriere della sera" της 2-11-77


Θεώρημα (Teorema), 1968
 
Η εισαγωγή του Παζολίνι στο Amado Mio, εκδόσεις Carzanti
Νοιώθω την ανάγκη να πω κάτι στον αναγνώστη προτού να αρχίζει να διαβάζει. Όμως τι να του πω; Γράφοντας αυτά τα λίγα εισαγωγικά λόγια νοιώθω πιο αμήχανος παρά ποτέ. Ριψοκινδύνεψα πολλ΄πα γράφοντας τις «Ανόσιες πράξεις» «Amado Mio».
Δεν ξέρω αν τα τόσο σκανδαλιστικά θέματα αυτών των δύο αφηγημάτων είναι απαραίτητα και αρκετά αποστασιοποιημένα· αντίθετα υποθέτω ότι μερικοί-μερικοί, αν εγώ αποκαλούσα το αμάρτημα με τ' όνομά του... ίσως να μην διάβαζαν ούτε την πρώτη σελίδα του βιβλίου.
Ο Πάολο και ο Ντεζιντέριο πολεμούν άραγε αρκετά το είδος των ερώτων τους; Ναι, ως το σημείο που το πάθος τους καίει, καίει και το αμάρτημα μαζί τους। Αλλά πέρ' από το πάθος, όπου υπάρχει μονάχα ο αισθησιασμός, τι άλλο τους δικαιώνει; Η ανωμαλία του έρωτά τους είναι ήδη μια τιμωρία αρκετά βαριά, μια «ισόβια καταδίκη», αυτό είναι αμφίβολο· όμως φτάνει να υποφέρεις για να εξιλεωθείς; Ο Νταζιντέριο τιμωρείται σκληρά από την ίδια την εμπειρία του, όσο κι αν δε το θέλει, όσο κι αν διεκδικεί το δικαίωμά του να Κάνει το κακό: σαν βεντέτα κόντρα στο ίδιο το κακό ή σε ΟΠΟΙΟΝ τον καταδικάζει (όποιος κι αν είναι). Ο Πάολο, αντίθετα, θέλει να τιμωρηθεί· όλη του η ζωή είναι μια πάλη του με τον Οφθαλμό που τον παρακολουθεί. Λέει στο ημερολόγιό του, ότι δεν έχει αγωγή καθολική, ή πάντως θρησκευτική, αλλά βαθιά ιδεαλιστική. Ότι στάθηκε το αγόρι «χωρίς στίγμα και χωρίς φόβο», ένα υπόδειγμα εντιμότητας, με λίγα λόγια… Τώρα δε βρίσκει ησυχία (ούτε όταν δαγκώνει για ν’ αμυνθεί, σαν το παγιδευμένο και πληγωμένο ζώο) από τότε που πρόδωσε εκείνο τον εαυτό του. Παλεύει μ’ έναν Θεό που δεν τον πιστεύει: όχι όμως για να εξιλεωθεί…

Θεώρημα (Teorema), 1968
 
Τώρα η «εμπειρία» κι ο «θεός» που καταλήγουν ή θα καταλήξουν, αργά ή γρήγορα, να εξουθενώσουν τον Ντεζιντέριο και τον Πάολο, μένουν στη σκιά μπροστά στην έμφαση της αρρώστιας τους. Το σκάνδαλο είναι πολύ έντονα φωτισμένο κι όσο για τον αναγνώστη έχει νομίζω, για τον έρωτα του Νταζιντέριο και του Πάολο προκαταλήψεις: σκέφτεται ίσως ότι είναι κολλητικός… σκέφτεται ότι μπορείς να τον αλλάξεις με τη θέληση… Για να μην πω τι σκέφτεται για την πορνογραφική πτυχή αυτού του έρωτα· κι όσο γι’ αυτό, για τον Νταζιντέριο και τον Πάολο, σημασία έχουν τα λόγια του Τζιλμπέρτο στην ακροποταμιά του Μαρτσίνς, την ώρα που ο Νταζιντέριο κάνει το σκίτσο του αγοριού (σ…)
Τέλος ζητώ από τον αναγνώστη να μην με κάνει να πέσω απότομα, αν τα διηγήματά μου δεν πέτυχαν. Κι αυτή τη φορά η επιλογή είναι ανάμεσα στην ειλικρίνεια και την υποκρισία: αν μάζεψα από τη ζωή μου το υλικό αυτού του βιβλίου, πάει να πει ότι δεν φοβήθηκα να το κάνω. Κι αν αντίθετα υπέδειξα πάρα πολύ θάρρος, τότε παρακαλώ τον αναγνώστη ν’ αγανακτήσει με τη βιαιότητα, όχι με την ανωμαλία αυτού του έρωτα· και τότε ας προφέρει την καταδίκη που μόνο από ανικανότητα έμεινα τόσο πολύ κρυμμένη στις σελίδες μου.
Πρέπει να προσθέσω ότι τα αγόρια σε καμιά περίπτωση, εκτός από εκείνη την ειδική του Ιασίονα, δεν κόλλησαν την αρρώστια.

Θεώρημα (Teorema), 1968
 
Όλα όσα έγραψα είναι φυσικά αυτονόητα μέσα στους λίγους στίχους που έχω δημοσιεύσει· όμως μόνο τώρα καταλαβαίνω με πόσο μεγαλύτερη καλοσύνη. Ήταν πάντως απαραίτητη αυτή η πιστή απόδοση της κατάπτωσής μου· οι ίδιες οι πηγές του βιβλίου από τον Ντε Λακλό μέχρι τον Περεφίτ, από τον Ζιντ μέχρι τον Μανν, μαρτυράνε, πόσο στην τομή του διηγήματος ανάμεσα στο μυθολογικό και στο λογοτεχνικό, διάλεξα ένα τονισμό κακό. Πόσοι ηθικολόγοι θα με κατηγορήσουν και με το δίκιο τους: γιατί, αν ο Ντεζιντέριο δεν είμαι εγώ αν δεν μου μοιάζει, πάντως τον σκέφτηκα και τον έκανα να ζήσει, εκείνη την ώρα της ζωής μου που τον πλησίασα. Όμως ο Ντεζιντέριο τελείωσε μαζί με το διήγημα· ενώ εγώ συνεχίζω, ύστερ’ από την τελευταία σελίδα, εκείνον τον κατήφορο που τόσο βαθιά τον είχε κατεβεί ο Νταζιντέριο. Μα η ζωή, τόσο πιο χλωμή από ένα διήγημα, είναι συνάμα τόσο πιο πολύχρωμη· υπάρχει πάντα μια έσχατη φρόνηση που συγκρατεί στο χείλος των έσχατων περιπετειών· δεν ξέρω αν εγώ συγκριτικά με τον Ντεζιντέριο, μπορώ να καυχηθώ για μια τέτοια φρόνηση. Αν έπαιξα λιγάκι με τον Ιασίονα και τον Ντέζι, με τον έρωτά τους, αν τους βάφτισε μέσα σε ένα «κακό» διαλυτικό, πάει να πει πως ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω· πως έπρεπε να παρουσιαστώ κάτω από αυτό το φως στους αναγνώστες τούτου του βιβλίου· που όντας διαφορετικοί από όσους, ελάχιστους, με ξέρουν από τους στοίχους μου, θα μπορέσουν να σχηματίσουν για μένα την ιδέα που αξίζω.

Πηγή

ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ εισαγωγή στο Amado Mio, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1984, μετάφραση Μπέτυ Βακαλοπούλου.



ΕΙΚΟΝΑΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ...
Οι Μύθοι του Καντέρμπουρι (I Racconti di Canterbury), 1972
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975
Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975
Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974
Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974
Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974
Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974
Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma), 1975
"Μήδεια" (Medea), 1969

"Μήδεια" (Medea), 1969

"Μήδεια" (Medea), 1969
 Χίλιες και Μία Νύχτες (Il fiore delle Mille e una Notte), 1974

Το Δεκάμερο (Il Decameron), 1971

Το Δεκάμερο (Il Decameron), 1971