Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

JANE BOWLES (1917- 1973), a tribute




 
Φωτογραφία: Karl Bissinger


ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ, (1917-1973), ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Γνωρίζοντας την Τζέιν Μπόουλς (Jane Bowles)
Η Τζέιν Μπόουλς (Jane Sydney Auer, όπως ήταν το πατρικό της όνομα) γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1917, από μη θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια. Ιδιόρρυθμο και κλειστό παιδί, έχασε τον πατέρα της σε ηλικία δεκατριών ετών και μετακόμισε από το μικροαστικό Λονγκ Άιλαντ στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης μαζί με την υπερπροστατευτική μητέρα της.
Δεκαεπτά ετών πήρε την απόφαση να γίνει συγγραφέας. Είχε μόλις εξέλθει από ένα σανατόριο της Ελβετίας, όπου είχε νοσηλευτεί για δύο χρόνια. Είκοσι ετών έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα Ο υποκριτής Φαέθων, το χειρόγραφο του οποίου θεωρείται χαμένο. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με το νεαρό συνθέτη και συγγραφέα Πωλ Μπόουλς. Ο Μπόουλς ήταν είκοσι έξι χρονών και είχε αρχίσει να κερδίζει την αναγνώριση, ήταν όμορφος, με λεπτούς τρόπους και αρκετά ταξιδεμένος. Μέσα σ’ ένα χρόνο –το 1938- παντρεύτηκαν, γιατί θεώρησαν πολύ διασκεδαστικό, όπως γράφει ο Πωλ Μπόουλς στην αυτοβιογραφία του Without Stopping / Χωρίς σταματημό (1972), «να προκαλέσουμε την φρίκη ολονών και πάνω απ’ όλα των καθώς πρέπει γονιών μας». Ήταν ένας γάμος, ωστόσο, που ξένισε και όλους όσους τους γνώριζαν. Έχοντας διαφορετικό χαρακτήρα, σπανίως ζούσαν μαζί κι επέτρεπε ο ένας στον άλλο τη δημιουργία εξωσυζυγικών σχέσεων.
Ο Πωλ Μπόουλς έχει ισχυρή προσωπικότητα, αγαπάει τα ταξίδια, τα εξωτικά μέρη και τις απρόοπτες περιπέτειες –«…ένα πλοίο που φεύγει από το λιμάνι δεν παύει ποτέ να είναι ένα υπέροχο πράγμα που αξίζει να το λέει κανείς» λέει ένας χαρακτήρας. Ο κύριος Κόπερφιλντ, στο μυθιστόρημά της Δύο Σοβαρές κυρίες- και ξέρει να μοιράζει το χρόνο του ώστε να βρίσκει τον καιρό να γράφει.
Αντίθετα η Τζέιν Μπόουλς δεν μπορεί να βάλει τάξη στη ζωή της, και συχνά αποσπάται από τα χειρόγραφά της για να ριχτεί στο ποτό ή να ακολουθήσει κάποια γυναίκα που τη γοήτευσε. Γνωστές είναι οι σχέσεις της με άλλες γυναίκες, η πιο μακροχρόνια από τις οποίες είναι αυτή με την Ελβέτια, μια συγγραφέα είκοσι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή της. «Οι άντρες βρίσκονται στην επιφάνεια» σημειώνει το 1938 «δεν έχουν ενδιαφέρον, δεν κανένα μυστικό. Οι γυναίκες έχουν απύθμενο βάθος και μυστήριο· και είναι απρεπείς». Ωστόσο ανάμεσα στον Πωλ και την Τζέιν Μπόουλς υπήρχε, κατά τον βιογράφο της μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και στοργής, και αισθανόταν απαραίτητη ο ένας για τον άλλον, αν και όχι με τον συμβατικό τρόπο.
Το 1942, σε ηλικία είκοσι πέντε, τελειώνει το μυθιστόρημά της Δύο σοβαρές κυρίες (κατά τον Virgil Thompson η ιστορία του μήνα του μέλιτος του ζευγαριού). Θα εκδοθεί την επόμενη χρονιά στις Η.Π.Α., συγκεντρώνοντας λίγες αλλά ενθουσιώδης κριτικές. Ο Allan Sillitoe θα το χαρακτηρίσει αργότερα «ορόσημο στην αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα».
Το 1948 αρχίζει να γράφει το θεατρικό έργο In The Summer House, το οποίο θα παρουσιάσει για πρώτη φορά το 1951 και δύο χρόνια αργότερα θα ανέβει στο Μπρόντγουεϋ. «Ένα έργο δραματικής λογοτεχνίας με αυθύπαρκτη αξία» σημειώνει σε μια κριτική του ο Tennessee Williams «ένα από αυτά τα σπάνια έργα, τα οποία δε δοκιμάζονται στο θέατρο, αλλά από τα οποία το θέατρο δοκιμάζεται».
Το 1948 ύστερα από μια σύντομη παραμονή στο Μεξικό και στη Νέα Υόρκη (στην πανσιόν του Τζωρτζ Ντέιβις στο Μπρούκλιν, όπου την ίδια εποχή φιλοξενούνταν ο Ρίτσαρντ κι η Έλλεν Ράιτ, ο Γ.Χ. Ώντεν, ο Μπέντζαμιν Μπρίττεν, Ο Όλιβερ Σμίθ, η Κάρσον ΜακΚάλλερς, η Τζίπσυ Ρόουζ Λη κ.α.) η Τζέιν Μπόουλς ακολούθησε τον Πωλ στην Ταγγέρη όπου το ζεύγος εγκαθίστανται. Η Ταγγέρη βέβαια την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη την αίγλη που απέκτησε τα επόμενα χρόνια, όταν συνέρρεαν εκεί κάθε λογής μποέμ, ποιητές και συγγραφείς της γενιά των Μπίτνικ. Από το σπίτι τους –μια εποχή διατηρούν δύο σπίτια, ένα στον ευρωπαϊκό τομέα της πόλης κι ένα στην μεδίνα- θα παρελάσουν οι Ουίλιαμ Μπάροουζ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέκορι Κόρσο, Πίτερ Ορλόφσκι, Τρούμαν Καπότε, κ.α. Η Τζέιν Μπόουλς καταφέρνει σιγά σιγά να εισχωρήσει στο πολύ κλειστό κόσμο των γυναικών του Μαρόκου.
Μια από τις σχέσεις της, αυτή με μια νεαρή υπηρέτρια, -τη Σερίφα- στάθηκε η πιο περίεργη της ζωής της, και ίσως η μοιραία. Η νεαρή Μαροκινή είχε απ’ ό,τι φαίνεται χαρακτήρα φιλοχρήματο και συμπεριφορά αρκετά παράξενη. Ο φιλικός κύκλος της Τζέιν Μπόουλς πίστευε, παρά τις διαμαρτυρίες της ίδιας, ότι η συναναστροφή της με τη νεαρή Μαροκινή αποτελούσε κάποια ανεξήγητο αστείο, ενώ μερικοί υποψιάζονταν ότι η Σερίφα την εξουσίαζε με κάποια μάγια. Οι υποψίες αυτές εντάθηκαν όταν η Τζέιν Μπόουλς υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1957 στην Ταγγέρη, σε ηλικία σαράντα ετών. Ο Πωλ Μπόουλς σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone καταμαρτυρεί στη νεαρή υπηρέτρια ότι της δηλητηρίαζε για χρόνια το φαγητό με επικίνδυνα μαροκινά βότανα.
Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο η Τζέιν Μπόουλς δεν θα αναρρώσει τελείως ποτέ. Μην μπορώντας πια να γράφει και να διαβάζει η ζωή της γίνεται μια αργή, βασανιστική πορεία, προς το θάνατο. Το 1957 μπαίνει σε μια ψυχιατρική κλινική στη Μάλαγα της Ισπανίας, όπου έπειτα από μια σύντομη επιστροφή στην Ταγγέρη μαζί με τον Πωλ Μπόουλς, θα πεθάνει στις 4 Μαΐου του 1973. 
Πηγές

Για σύνταξη του βιογραφικού σημειώματος της Τζέιν Μπόουλς αντλήθηκαν στοιχεία από τα βιβλία:
Δυο σοβαρές κυρίες, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1992
Απλές απολαύσεις, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1991

 
 

Ο ΠΩΛ ΜΠΟΟΥΛΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ
Τα αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα ήταν το φυσικό της στοιχείο· όταν ήταν υποχρεωμένη να πάρει μια απόφαση ήταν γεμάτη αγωνία. Το ενδεχόμενο για μια ξαφνική volte-face έπρεπε να παραμένει ανοικτό. Αν κάτι ετοιμαζόταν να εκδοθεί, αποφάσιζε ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί: δεν ήταν αρκετά καλό, και θα ήταν «ταπεινωτικό» (μια από τις αγαπημένες της λέξεις) να το δει τυπωμένο. Στα 1944, ένα χρόνο μετά την έκδοση του μυθιστορήματός της Δυο σοβαρές κυρίες, της ζήτησαν να συμμετάσχει σε μια δεμένη ανθολογία που προετοιμαζόταν στη Νέα Υόρκη. Όταν μου το ανέφερε, πρόσθεσε ότι δεν την ένοιαζε να απαντήσει, αφού δεν είχε τίποτα να τους δώσει. Σκέφτηκα τότε το μεγάλο κομμάτι που δεν είχε συμπεριληφθεί στο μυθιστόρημα. (Αρχικά υπήρχαν τρεις σοβαρές κυρίες· έπειτα, καθώς το μυθιστόρημα πήρε την οριστική μορφή του, ο αριθμός τους μειώθηκε σε δύο, και ολόκληρο το κομμάτι με τη σενιορίτα Κόρδοβα παραλήφθηκε). Κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε από κει να αντληθεί υλικό και να χρησιμοποιηθεί χωρίς να μπει στον κόπο ν’ αλλάξει ούτε μια λέξη. Η Τζέιν διαφωνούσε. Κομμάτια, ειδικά από αφημένο στη μέση υλικό, δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν τελειωμένη δουλειά. Παρ’ όλα αυτά εγώ προχώρησα και ξεχώρισα ένα κομμάτι από τη Σενιορίτα Κόρδοβα που έβλεπα ότι αποτελούσε ολοκληρωμένη ιστορία, και το έδειξα στην Τζέιν. Σήκωσε τους ώμους, μου ‘ριξε ένα βλέμμα γεμάτο δυσπιστία, και είπε: «Φαίνεσαι να ενδιαφέρεσαι πολύ να δημοσιευτεί».
«Ενδιαφέρομαι. Εσύ δεν ενδιαφέρεσαι;»
«Είναι απλώς σαβούρα. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον».
«Πάντως εμένα μ’ αρέσει είπα. Και μ’ αυτό, πήγα ο ίδιος το δακτυλογραφημένο κείμενο στα γραφεία του Fischer και το έδωσα στον επιμελητή της ανθολογίας με τον τίτλο «Ειδύλλιο στη Γουατεμάλα». Δημοσιεύτηκε το 1944. Τον επόμενο χρόνο ο ίδιος επιμελητής ζήτησε και άλλο κομμάτι για μια δεύτερη ανθολογία, και διάλεξα από την ίδια στοίβα χαρτιά το «Μια μέρα στην εξοχή». Είκοσι χρόνια αργότερα, όταν ήταν να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων Απλές απολαύσεις, ευγνωμονούσα τον εαυτό μου που δεν την άκουσα με αυτά τα δύο κομμάτια, γιατί τα χειρόγραφα είχαν εξαφανισθεί προ πολλού, κι αν δεν είχαν τότε δημοσιευτεί θα είχαν χαθεί για πάντα.
Αυτή η έμφυτη αναποφασιστικότητα της Τζέιν την είχε χειροτερεύσει η υποδοχή από μέρους της κριτικής του μυθιστορήματός της Δυο σοβαρές κυρίες όταν πρωτοεκδόθηκε. Εκτός από μια χούφτα κριτικών με «σοφιστικέ» απόψεις, οι αμερικανικές κριτικές είχαν χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα ως ανόητο και χαώδες, παραλογισμό χωρίς νόημα. Το κείμενο του εκδοτικού οίκου στο αυτί του εξώφυλλου άρχιζε με μια ατυχή πρόταση: «Ένα εντυπωσιακά ασυνήθιστο μυθιστόρημα που θα σας συγκλονίσει». Από αυτό ένας κριτικός έγραψε: «Το μόνο συγκλονιστικό πράγμα σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι ότι εκδόθηκε».
Ενώ η Τζέιν υποκρινόταν ότι δεν την πολυένοιαζαν οι κριτικές, θετικές ή όχι, ήξερε πολύ καλά ότι παρ’ όλο που ο εκδοτικός οίκος Knopf είχε προχωρήσει σε δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος, το βιβλίο της δεν είχε την επιτυχία που φανταζόταν. Ήταν εύκολο να θεωρήσει υπεύθυνη τη χρονική συγκυρία: το 1943 ήταν φτωχό έτος για να κάνει κανείς την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση σ’ οποιαδήποτε χώρα, αλλά απέφευγε τις εξηγήσεις. Το μυθιστόρημα ήταν κακότυχο, και ήταν μια αποτυχία. Από πικρές αναφορές που έκανε αργότερα, τη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα, γι’ αυτές τις πρώτες κριτικές κατάλαβα ότι τις είχε πάρει πολύ στα σοβαρά, και μάλιστα ως το σημείο να είναι πεπεισμένη ότι ήταν απολύτως δίκαιες. Όταν μια φορά συζητούσαμε κομμάτια από το μυθιστόρημα Out in the World (Έξω από τον κόσμο), που εκείνο τον καιρό έγραφε, μου είπε: «Δε σκοπεύω βέβαια να επαναληφθώ, αν αυτό εννοείς. Το Δυο σοβαρές κυρίες δεν ήταν καλό. Ουφ! Όλοι το βρήκαν απαίσιο. Αυτό εδώ πρέπει να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό».
Νομίζω αυτή η επιμονή για έναν «εντελώς διαφορετικό» τρόπο έκφρασης την εμπόδιζε να αναπτύξει οποιαδήποτε ιδέα σε μάκρος χωρίς να την εξετάζει και να την αναλύει εξαντλητικά, και έτσι να τη σκοτώνει. Αν μου διάβαζε μερικές σελίδες του χειρογράφου της και μ’ έβλεπε να ενθουσιάζομαι, χαμογέλαγε κι έλεγε: «Ξέρω. Σου αρέσει γιατί σου θυμίζει τις Δύο σοβαρές κυρίες. Δεν μπορώ να το αφήσω να μείνει έτσι». Στις εκκλήσεις μου να αποφύγει να το αλλάξει δεν έδινε σημασία. «Δεν κατανοείς πραγματικά ι προσπαθώ να πω, αυτό είναι το πρόβλημα. Εγώ ξέρω πως το θέλω να ακούγεται».
Όταν παρουσιάστηκε το ενδεχόμενο μιας βρετανικής έκδοσης του μυθιστορήματος Δύο σοβαρές κυρίες, απέρριψε αμέσως την ιδέες: δεν ήθελε να γίνει περίγελως στο Λονδίνο όπως στη Να Υόρκη. Μετά τη συνηθισμένη λογομαχία συμφώνησε να μου επιτρέψει να στείλω στο Λονδίνο το ένα από τα δύο πολύτιμα αντίτυπα που είχαμε.
Το βιβλίο εκδόθηκε, πήρε επαινετικές κριτικές, αλλά η Τζέιν διακατεχόταν απ’ την υποψία ότι όλα αυτά είχαν κανονιστεί από φίλους, και μάλιστα περισσότερο από συμπάθεια για την κατάσταση της υγείας της παρά από ενθουσιασμό για το έργο της. Τον επόμενο χρόνο, όταν ο λονδρέζος εκδότης της πρότεινε έναν τόμο με διηγήματα, με πληροφόρησε με θριαμβευτικό τόνο εκείνο που δεν είχε θελήσει να μου πει ενωρίτερα, αλλά όλα τα αντίτυπα είχαν χαθεί –ήταν σε μια βαλίτσα που την είχε αφήσει φεύγοντας πριν από αρκετά χρόνια από ένα ξενοδοχείο στην Αγγλία. Το πρόβλημα δεν ήταν ανυπέρβλητο: όλο το υλικό είχε δημοσιευτεί, και είχα φυλάξει τα πάντα, ακόμα κι ένα ταξιδιωτικό άρθρο που είχε που είχε γράψει για το περιοδικό Mademoiselle. Είδα ότι μες σε δέκα λεπτά θα μπορούσε να μετατραπεί σε διήγημα. Όπως το περίμενα, αρνήθηκε να ασχοληθεί. Έτσι το έκανα μόνος μου, το τιτλοφόρησα «Όλα είναι ωραία», και το συμπεριέλαβα στα χειρόγραφα που θα πήγαιναν στο Λονδίνο. Όταν της το έδειξα μου είπε με θυμό: «Κάνε ότι θέλεις».
Η έκδοση την ίδια χρονιά στη Νέα Υόρκη των Collected Works (Άπαντα) δεν έδειξε να την ευχαριστεί. Όταν ένας φίλος της ζήτησε να του υπογράψει το αντίτυπό του, έγραψε στη λευκή πρώτη σελίδα: «Τα άπαντα της νεκρής Τζέιν Μπόουλς».
Κατά πάσα πιθανότητα θα αρνιόταν πεισματικά να δει τα τελευταία εννέα κομμάτια που περιελήφθησαν στον παρόντα τόμο. Αν ζούσε και το συζητούσαμε, νομίζω θα υποστήριζε ότι η παρουσίαση ενός συγγραφέα με κομμάτια και αποσπάσματα αποτελεί ολοφάνερη αδικία, και νομίζω πως αυτή τη φορά θα μ’ έβρισκε σύμφωνο. Αλλά εμείς οι οποίοι συνεχίσαμε να ζούμε δικαιωθήκαμε, πιστεύω, παρουσιάζοντας αυτές τις μικρές σκηνές ως εύγλωττα παραδείγματα του έργου της.
Πωλ Μπόουλς, Ταγγέρη, 1981

Η εισαγωγή του Πωλ Μπόουλς γράφτηκε το 1981 και προτάχθηκε στη συλλογή της Τζέιν Μπόουλς Everything Is Nice, η οποία περιλαμβάνει τα έξι διηγήματα και το ένα θεατρικό της συλλογής Απλές απολαύσεις (Plain Pleasures, 1966) συν εννέα ακόμα κομμάτια που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο της συγγραφέως στα περιοδικά Antaeus (εκδότης Πωλ Μπόουλς) και Thereepenny Review. 

 
 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΝ ΤΖΕΙΝ ΜΠΟΟΥΛΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δύο Σοβαρές κυρίες (Two Serious Ladies, 1943), εκδόσεις Απόπειρα, 1995
Σπάνια μυθιστόρημα έχει περιγράψει με τόσο απολαυστικό τρόπο και με τέτοια διεισδυτικότητα και ριζοσπαστική διάθεση το δικαίωμα των γυναικών να ορίζουν τη ζωή τους.
Η ψηλή κοκκινομάλλα, πλούσια δεσποινίς Γκαίρινγκ πουλάει ξαφνικά την πατρική περιουσία της και μετακομίζει σ ένα φτωχικό μικρό σπίτι, για να πραγματοποιήσει «τη δική της μικρή ιδέα της σωτηρίας» και καταλήγει να γίνει μαιτρέσα πολυτελείας...
Η μικροκαμωμένη μελαχροινή νεαρή κυρία Κόππερφιλντ αφήνει τη σιγουριά του γάμου της, μέσα στον οποίο φαίνεται να ασφυκτιά, για τη φιλία μιας γυναικείας παρέας στην πόλη Κολόν του Παναμά, και τελικά επιστρέφει στη Νέα Υόρκη συντροφιά με μια μιγάδα νεαρή πόρνη έχοντας βρει την ανεξαρτησία της και την ευτυχία της που τις φυλάει «σαν λύκος»...
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
***
Αν υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής στο έργο της Τζέιν Μπόουλς, αυτός είναι η ανυποχώρητη αναζήτηση από τις γυναίκες της αυτονομίας και της αυτογνωσίας, της απελευθέρωσής τους απ’ όλες τις συμβατικές δομές. Και στα χέρια της Μπόουλς η αναζήτηση αυτή γίνεται δαιμονισμένη και φρενήρης.
Francissee Williams
***
Το αγαπημένο μου βιβλίο. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο σύγχρονο μυθιστόρημα που να έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει κλασικό.
Tennessee Williams
***
Το μοναδικό μου παράπονο από την Τζέιν Μπόουλς είναι ότι δημοσιεύει τόσο σπάνια. Θα επιθυμούσε κανείς να μας τροφοδοτεί περισσότερο με το παράξενο, σπινθηροβόλο πνεύμα της και τις αιχμηρές παρατηρήσεις της. Ανήκει βεβαίως στους πραγματικούς αυθεντικούς και καθαρόαιμους στυλίστες, όπως μπορεί να διαπιστώσει όποιος έχει διαβάσει το Δύο σοβαρές κυρίες.
Truman Capote
***
Το μυθιστόρημα Δύο σοβαρές κυρίες της Τζέιν Μπόουλς αποτελεί ορόσημο στην αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Το λαμπρό ύφος αναδεικνύει σε εμπειρία το διάβασμά του.
Alan Sillitoe
***
Οι ελάχιστες σελίδες της Τζέιν Μπόουλς μας αρκούν. Αναδεικνύουν μια μεγάλη στιλίστα, που την κομψότητά της την έχει λειάνει η πίκρα και η ματαιότητα.
Στον πάτο του ποτηριού, στο τέλος του σκορπίσματος έτσι όπως ένας δυνατός αέρας διώχνει τη σκόνη και αποκαλύπτει μια κρυμμένη εικόνα οι χαρακτήρες της έχουν μια καλοσύνη σχεδόν αβάσταχτη. Είναι μικρές ψυχές, χωρίς ίχνος θέλησης, που μοναδικό σκοπό τους έχουν να είναι ευτυχισμένες ασχέτως αν δεν το προσπαθούν ποτέ.
Στ. Τσαγκαρουσιάνος, εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
***
Το μεθύσι της γυναικείας απελευθέρωσης. Οι πρωταγωνιστές στο έργο της είναι περίεργοι, παράξενοι, με μια προσωπική λογική, με πάθος για σεξ και έρωτα, έναν έρωτα πολλές φορές βασανιστικό, σκέτο μαρτύριο. Οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες είναι σύνθετες, οδηγούν πολύ συχνά στην αποτυχία…
Β. Σταύρακας, εφημ. Η πρώτη
***
Οι δύο κεντρικές ηρωίδες στοιχειοθετούν τους δύο πόλους ενός παράξενου, σκοτεινού, απελπισμένου, σαρκαστικού παιχνιδιού.
Μέσα από την κοινωνική ασφυξία και το υπαρξιακό αδιέξοδο των δύο γυναικών η Τζ. Μπόουλς θίγει έμμεσα και τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη γυναικεία αυτογνωσία, το δικαίωμα των γυναικών σε μια ριζοσπαστική διεκδίκηση της ζωής.
Μ. Φάις, εφημ. Ελεύθερος Τύπος 


 
 

Απλές απολαύσεις (Plain Pleasures, 1966), εκδόσεις Απόπειρα, 1991
Στις Απλές απολαύσεις η Τζέιν Μπόουλς βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της. Το δηκτικό στυλ της δεν είναι μόνο εντυπωσιακό, αλλά και αλλόκοτα διασκεδαστικό, και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την πρωτοπορία του ταλέντου της… Τα διηγήματα αποδεικνύουν ότι είναι δεξιοτέχνης του είδους
Spectator
***
Θαυμάζω πολύ καιρό το έργο της Τζέιν Μπόουλς. Με έχει εντυπωσιάσει η λεπτή και αιφνιδιαστική παρατηρητικότητά της, και η πειθαρχημένη οικονομία του στυλ της, στην πραγματικότητα η σπάνια πρωτοτυπία της, και το απίστευτο βάθος των γραπτών της.
Subille Bedford


 

 Όλα είναι ωραία, εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997
Πρόκειται για διήγημα που περιέχεται στη συλλογή Απλές απολαύσεις. Εδώ είναι σε μετάφραση Βάνιας Συρμού-Βεκρή και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1997 από τις εκδόσεις Μπιλιέτο.



 
Από αρ. Emilio Sánz de Soto, Pepe Cárleton, Truman Capote, Jane and Paul Bowles,
Ταγγέρη, Αύγουστος 1949 (φωτογραφία: Emilio Sanz de Soto)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου