Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΠΕΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (Penis in Literature)





ΤΟ ΠΕΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Αλήθεια, πόσες φορές τολμούν οι πεζογράφοι και οι ποιητές να πουν τα πράγματα με τ' όνομά τους. Πόσες φόρες τολμούν να περιγράψουν τον έρωτα στην πιο απλή και στοιχειώδης έκφανσή του που είναι το σεξ, να αφήσουν το γυμνό και αληθινό σώμα να μπει στο γραπτό τους. Το πέος, τούτο το απλό, ερωτικό, φυσικό και βιολογικό κομμάτι του αντρικού σώματος θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να «εισχωρεί» και στις πιο ανυποψίαστες σελίδες....
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι ένα μικρό δείγμα από λογοτεχνικά έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, που τόλμησαν αδιαφορώντας αν οι κρατούντες τους απαγορεύσουν, τους λοιδορήσουν, τους κακοχαρακτηρίσουν. Έτσι κατάφεραν να μιλήσουν για τη ζωή χωρίς να χάνουν βέβαια το νόημά τους. Να θυμίσουμε μόνο τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η κυκλοφορία του Μεγάλου Ανατολικού του Αντρέα Εμπειρίκου, αφού πολλοί φιλολογίζοντες και θεολογίζοντες, δε δίστασαν να χαρακτηρίσουν τούτο το σπουδαίο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας «ποιοτικό αυνανισμό», αρνούμενοι να δουν πέρα από τη μύτη τους...
Να σημειώσουμε ότι, η πολυτονική γραφή των αποσπασμάτων του Μεγάλου Ανατολικού, κρίθηκε απαραίτητη, αφού, η μεταγραφή τους σε μονοτονικό, σε καμιά περίπτωση δεν δύναται να διατηρήσει τη μαγεία της ποίησης αυτού του κειμένου.
Φυσικά, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην gay λογοτεχνία. Απλά, την αφήσαμε να κρατάει τα σκήπτρα....
Καλή ανάγνωση. 

Δεύτερο μέρος του αφιερώματος, Το πέος στη Λογοτεχνία:  Εδώ
 


Ἐπρόκειτο, ἀληθῶς περὶ ἀπιστεύτου κολοσσοῦ. Ἦτο μία ψωλὴ τόσον πολὺ μεγάλη, ποὺ ἐνεθύμιζε πολὺ πέος ἵππου ἢ ὄνου καυλωμένου. Ὁ θεόρατος χοντρὸς κορμός της ἦτο κατάλευκος καὶ περιεβάλλετο, εἰς τὴν ρίζαν, ἀπὸ κοντάς, ἀλλὰ πυκνὰς ἐρυθρὰς τρίχας. Ἡ ζωηρῶς κόκκινη κεφαλή της ἦτο τελείως ἐκτοξευμένη ἀπὸ τὴν πόσθην καὶ ὡμοίαζε μὲ μεγάλον στρογγύλον μύκητα. Εἰς τὸ κέντρον τοῦ καυλοῦ, τὸ μικρὸν στόμιον ἐτόνιζε ζωηρῶς μὲ τὴν σφύζουσαν ἐν διαστολῆ τομήν του τὸ σημεῖον ὁπόθεν, ἐν καιρῶ τῶ δέοντι, παχύ γλοιῶδες καὶ λευκόν, ἀναπηδᾶ μὲ ὁρμὴν τὸ σπέρμα. Ὁ καυλωμένος φύλαξ μόλις ἐξήγαγε τὸν ὡραῖον γίγαντα, μὲ μίαν κίνησην ταχεῖαν, ἔβγαλε καὶ τοὺς ὄρχεις του, ποὺ ἦσαν καὶ αὐτοὶ ἀναλόγως ὀγκώδεις μὲ τὴν ψώλαν του, τήν ὁποίαν ἐπεδείκνυε τώρα μέ πολύ μεγάλην σοβαρότητα, μὲ τὴν σοβαρότητα ἐκείνην ποὺ χαρακτηρίζει τὰς ἐπισήμους πράξεις, καὶ μάλιστα τὰς τελετουργικάς, ἐνῶ ὁ τεράστιος ἐρωτικὸς λοστός του ἐπάλλετο εἰς τὸν ἀέρα, σπαργῶν μεγαλοπρεπῶς.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος πρώτον τόμος Β’, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1990.



Τι απίστευτη ζωή απέραντων και μεγαλοπρεπών οργάνων πάνω στο πανί και το σπέρμα να αναβλύζει, Και η ζωή της ερωτευμένης σάρκας, όλα τα συμπλέγματα. Είναι θαυμάσιο. Και πολύ καλά φτιαγμένο μ’ έναν τρελό ερωτισμό. Πόσο θα ‘θελα να το δεις.
Πωλ Ελυάρ, (Paul Éluard) Γράμματα στην Γκαλά (1924-1948), μτφ. Κάκια Σακελλαρίου, εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 1989.



Ρε το πέος, είχα ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του. Κρίμα που δεν έχω χέρια, ίσως μπορούσα ακόμα κάτι να βγάλω από δαύτο. Όχι, καλύτερα έτσι. Στην ηλικία μου, να μαλακίζομαι, θα 'ταν απρέπεια. Και ματαιοπονία. Αν και δεν ξέρεις τι γίνεται. Μ' ένα γερό συντονισμένο δούλεμα, και το μυαλό συγκεντρωμένο στα καπούλια ενός αλόγου, την ώρα που σηκώνει την ουρά, που ξέρεις, μπορεί να μην έμενα εντελώς μ' άδεια χέρια. Αμάν, μου φαίνεται σαν να σαλεύει! Δηλαδή δε μ' έχουν ευνουχίσει; Κι όμως θα 'περνα όρκο πως μ' είχαν ευνουχίσει. Δε βαριέσαι, μπορεί και να μπερδεύω τα όσχεα.
Σάμουελ Μπέκετ (Samuel Beckett), Ο ακατονόμαστος, μτφ. Αλέξανδρος Παπαθανασόπουλος, εκδόσεις Κρύσταλλο, Αθήνα 1980.



Χρόνια, τώρα, και χρονάκια γύριζα στους ξένους τόπους
μελετώντας, νύχτα μέρα, τις ψωλές και τους ανθρώπους,
αλλά μήτε στο Μαρόκο, μήτε και στη Χονολούλου,
δεν απάντησα, ποτέ μου, ψωλή σαν του Θρασυβούλου!
Τ’ είν’ εκείνη, βρε παιδί μου! Κόκκινη σα μπολσεβίκος,
πάντα ντούρα και βαρβάτη – και τι πάχος και τι μήκος!...
Για ψωλή καθώς εκείνη, κι όπως και του Αποστόλη,
είν’ ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί, επίσης, κώλοι:
Ένας δε εκ των μεγίστων κώλων του παρόντος κόσμου,
άσσος μεταξύ των άσσων – είναι, πάντως, κι ο δικός μου!.
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η εξομολόγηση του Αντωνάκη, απόσπασμα από το: Οι μονόλογοι του καημένου Αντωνάκη



Το τσουτσούνι του, άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά, φουσκώνοντας, ως τη στιγμή που, φτάνοντας στο κανονικό μέγεθος, έκανε να φανεί το κόκκινο κορόμηλο πού 'χε για κεφάλι.
Γκιγιώμ Απολλιναίρ (Guillaume Apollinaire), Έντεκα χιλιάδες βέργες ή οι έρωτες ενός Οσποντάρ, μτφ. Περικλής Πετρακόπουλος, εκδόσεις Περικλής Πετρακόπουλος, Αθήνα 1975. 
 

 
Θυμάσαι τι έλεγες για τον Έρολ; Πόσο ικανοποιημένος ήταν με το τσουτσούνι του; Μπορώ να το επιβεβαιώσω. Κάποτε περάσαμε ένα φιλικό απόγευμα μαζί. Αν με πιάνεις.
Τρούμαν Καπότε, (Truman Capote), Μουσική για χαμαιλέοντες, μτφ. Μιχάλης Μαρκόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2008.



Είδα πρώτη φορά πέος στο Δημοτικό. Μια μέρα μας πήραν όλα τα παιδάκια στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ενώ κοιτάζαμε τα εκθέματα, έπεσε το σήμα και βρεθήκαμε όλοι γύρω από το μπρούτζινο ολόσωμο επιβλητικό άγαλμα του Σεπτίμιου Σεβήρου, που ολόγυμνος δέσποζε στην κεντρική αίθουσα του Μουσείου, και όλοι σχολιάσαμε, μέσα από μικροχαμόγελα και γελάκια, τι άλλο; το πουλί του!
Ανδρέας Κάραγιαν, Η αληθής ιστορία, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008.



Μαλακά πάνω στη ράχη μου θα ξαπλώσει ο ψηλός νέγρος. Πιο απέραντος αυτός κι απ' την νύχτα, θα με σκεπάσει. Ωστόσο, τα μούσκλια του, όπως θ' αγγίζουν το κορμί μου, θα αισθάνονται σαν τα παρακλάδια μιας αρσενικότητας που συγκλίνουν προς αυτό το τόσο σκληρό, το φορτισμένο με τόση βία σημείο, ενώ το κορμί πάλλεται ολόκληρο απ' την αγαλλίαση που προξενεί η ίδια του η ευχαρίστηση και του συμφέροντός του η ικανοποίηση που δεν υπάρχουν παρά μόνο για να είμαι γω ευτυχισμένος. Θα μείνουμε ακίνητοι. Αυτός θα προχωρήσει ακόμα πιο βαθιά. Κάτι σαν ύπνος θα σωριάσει πάνω στους ώμους μου το νέγρο ενώ εμένα θα με συντρίβει η νύχτα του που μέσα της σιγά σιγά θα γίνω υγρασία. Θ' απομείνω με το στόμα ανοιχτό και θα ξέρω πως αυτός έχει ναρκωθεί, πως κρατιέται σ' αυτόν τον εβένινο άξονα χάρη στην ατσαλένια περιστροφική του βάση. Σαν πούπουλο θα είμαι λαφρύς. Δε θα με βαραίνει πια καμιά ευθύνη. Στον κόσμο θα ρίχνω φωτοβόλο βλέμμα που χάρισε ο αετός στον Γανυμήδη.
Ζαν Ζενέ, (Jean Genet) Το ημερολόγιο ενός κλέφτη, μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1975. 
 
 

Αυτό το κομματάκι όστιας
που απόμεινε στο στόμα μου -
να 'ναι απ' το μπούτι του Χριστού
ή από το πέος του;
Franklin Jorge, Τελευταίο κομμάτι, από τη συλλογή, Ποιητική ανθολογία αποκλίνοντος ερωτισμού του Αντρέα Αγγελάκη, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1988.



Επειδή έπρεπε να σερβίρει τον καφέ, βγήκε την ώρα του φρούτου και ξαναφάνηκε γυμνός πια για να σερβίρει το δούκα. Όταν σηκώθηκε από το τραπέζι ο Μπλανζί, πολύ ερεθισμένος, άρχισε τις μουρνταριές του· του πιπίλισε το στόμα και τον πούτσο, τον έβαλε σε μια καρέκλα μπροστά του, με το στόμα του στο ύψος του πισινού του, και του έγλειψε την κωλότρυπα για ένα τέταρτο.
Στο τέλος η πούτσα του τουρλώθηκε, όρθωσε το αγέρωχο κεφάλι της, κι ο δούκας κατάλαβε πως τέτοια τιμή που του γινόταν απαιτούσε επιτέλους το λιβάνι της. Ωστόσο τα πάντα ήταν απαγορευμένα, εκτός απ' ότι δοκίμασαν την προηγούμενη μέρα. Αποφάσισε λοιπόν ο δούκας να μιμηθεί τους συντρόφους του. Σκύβει τον Ζέφυρο πάνω σ' ένα καναπέ, του χώνει το εργαλείο του μέσα στα μπούτια, αλλά έγινε ό,τι και με τον Κυρβάλ: το εργαλείο περίσσευε κατά δέκα δάχτυλα.
Μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), Οι 120 μέρες των Σοδόμων, μτφ. Πέτρος Παπαδόπουλος - Τάκης Θεοδωρόπουλος, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1981.



Πιστεύω να καμάρωσες τ’ αρχοντικό σερβίτσιο μου,
και το μικρό μου το λακέ με την οικοστολή.
Όταν υπάρχουν όλ’ αυτά και βρίσκεις και ψωλή,
το παραπάνω το μυαλό, τι να το κάνεις Μήτσο μου;...
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Το σπίρτo, από Το οχτασέλιδο του Μπιλιέτου Νο 10. 
 


Όμως ο πατέρας μου είχε πουλί μεγαλύτερο από το δικό μου σίγουρα. Δεν το ’δα ποτέ. Γνήσιο αρσενικό κι αυτός. Ίσως καμιά μέρα το δω. Πιο βολικό όμως ήταν να βλέπω του μικρού Μάκη, γειτονόπουλο κι αυτό, όμως μικρότερο μου. Παίζαμε μαζί τα πουλιά μας. Του ’δειχνα φυσικά πρώτα το δικό μου, αμέσως κατέβαζα το βρακί του και τράβαγα το τσουτσούνι του να το ξεγυμνώσω.
Πρόδρομος Σαββίδης, Δυο σταγόνες βροχή, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1985.



Λένε, ξέρεις, ότι το δικό του… – ξέρεις ποιο – είναι φοβερά μεγάλο. Την άλλη φορά που θα παίξουμε το παιχνίδι του βρωμιάρη πιάσ’ το για να δεις. Έτσι θα βεβαιωθούμε.
Γιούκιο Μισίμα (Yukio Mishima), Εξομολογήσεις μιας μάσκας, μτφ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1976.



Για τον Δημήτρη, αυτά τα υποχρεωτικά λουτρά, ήταν μια στιγμή θριάμβου, γιατί η φύση τον είχε προικίσει με μεγάλο πέος και τ' άλλα παιδιά τον φώναζαν ο «ο τριπόδαρος». [...]
Όταν στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον για να κατουρήσουν ο εκδότης έμεινε έκπληκτος: «Θεέ μου!» ξέσπασε και πρότεινε στο Δημήτρη να κάνει το φωτομοντέλο. Βέβαια για το πέος του ενδιαφερόταν. Ο Δημήτρης σκέφτικε μια στιγμή κ' ύστερα ρώτησε: «Πόσα θα πάρω;»
-Εφτακόσιες κορώνες κάθε μέρα που θα ποζάρεις, τέσσερις ώρες δηλαδή.
Το ποσό δεν ήταν αστείο και δέχτηκε. Από την άλλη μέρα κιόλας άρχισαν. Όταν αργότερα εκδόθηκαν τα πρώτα περιοδικά με το αξιοπρόσεκτο πέος του Δημήτρη -στην Ελλάδα τον φώναζαν τριπόδαρο- έγινε σουξέ.
Θεόδωρος Καλαφατίδης, Με λένε Στέλιο, μτφ. Νατάσα Τσίρκα, εκδόσεις Πλειάς, Αθήνα 1974.

 

Γκίνια! Απίστευτο, μ' αυτό το στόμα, αυτά τα δόντια, αυτά τα μάτια, αυτήν την κοιλιά, με τέτοιους δυνατούς ώμους, μ' αυτά τα σφιχτά μπούτια, τα υπέροχα πόδια; Γκίνια! Πως ήταν δυνατόν; Μ' αυτό το θρυλικό θαλασσινό θεριό, που αφημένο ακίνητο, εξαντλημένο, σα ναυαγισμένο στον τριχωτό αφρό, μόλις του επιτίθεται το ερωτικό στοιχείο, σαλεύει, ξεδιπλώνεται, σηκώνεται θεριεύει, έτοιμο να πετάξει μακριά το ζουμερό χυμό του; Γκίνια! Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ να συνέρθω. Δεν μπορώ να σκεφτώ.
Ζαν Κοκτώ, (Jean Cocteau) Το Λευκό Βιβλίο ή Έρωτες Αγοριών, μτφ. Νίκος Παπαδογιάννης, εκδόσεις Δαναός, Αθήνα 1983.



Ορίστε! Το μπλα-μπλα του Αυστραλού μού τα τουμπάνιασε χοντρά και μου κόπηκε κάθε διάθεση για κοκό και νταραβέρισμα με τον Τζώνυ. Αν δεν παίξω καλά θα φταίει ο σκηνοθέτης κι άντε κι άντε να του εξηγήσεις μετά πως η συνταγή για το θέατρο και το πάθιασμα είναι ίδια με τη συνταγή της ζωής: «Πάντα κάπου θέλεις να τον χώσεις». Προσπαθείς, βάζεις τα δυνατά σου, στολίζεσαι τα καλά σου και χτίζεις, χτίζεις, χτίζεις και φουντώνεσαι και δίνεις τα ρέστα σου, μέχρι να καταφέρεις να τον φορέσεις εκεί που θες και να νοιώσεις πως χαλάλι τα ρίσκα σου, επιτέλους πηδάς αυτό που γουστάρεις και αγαπάς. Τα υπόλοιπα όλα είναι φιλοσοφίες των φλούφλιδων. Κι άντε να το αναλύσω αυτό στον άπειρο σκηνοθέτη. Μόνο με την πρακτική. Με ποια πρακτική; Σιγά μην τον πηδήξω κιόλας τον ναφθαλινιασμένο. Ούτε άγιος είμαι ούτε αγαθοεργίες θα κάνω για πάτρη του με το πουλί μου.
Αντώνιος Ρουσοχατζάκης, Εδέμ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002.
 


Το πουλί του ήταν αδρανές, όπως στα ντους. Περίτμητο, ζαρωμένο, με αυτοέλεγχο, όπως και κάθε τι επάνω του. Φώναζε ότι περίμενε να το ανακαλύψουν.
Άλαν Χόλινγκχερστ, (Alan Hollinghurst) Η βιβλιοθήκη της πισίνας, μτφ. Μυρσίνη Ιωακείμ, εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2004.



Μόλις ἐξηφανίσθη ὁ τραπείς εἰς φυγὴν ναύτης, ὁ νεοελθὼν ἐπιβάτης, συνερχόμενος γρήγορα ἀπὸ τὴν ἔκπληξιν, ἐξεκούμβωσε τάχιστα τὴν περισκελίδα του ἐμπρός, καὶ ἐξήγαγε ἕνα τεράστιον καὶ ἤδη ἐν στύση πέος, μαζὺ μὲ τοὺς ὀγκῶδεις ὄρχεις του. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἐρωτικοῦ σωλῆνος ἀκόμη μεγαλυτέρου ἀπὸ τὸ ὀγκώδες πέος τοῦ ναύτου. Ἡ πελωρία ψωλὴ ἀμέσως ἤρχισε νὰ πάλλεται καὶ νὰ σκιρτᾶ, ὡς πῶλος γαυριῶν πρὸ νεαρᾶς φορβάδος. Χωρίς νὰ χάσει καιρόν ὁ ἤδη καυλωμένος ἐπιβάτης μετεκινήθη κατὰ ἕν βῆμα καταλλήλως καὶ ἐστάθη ἀκριβῶς ἔναντι τῆς γονυπετοῦς εἰσέτι Ἰνδῆς, εἰς τὴν θέσιν ποὺ εἶχε ἐγκαταλείψει ὁ μεσῆλιξ ναύτης.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος πρώτον, τόμος Β’, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1990.



Άπλωσε το πόδι του στα σκέλια του άντρα απέναντί του, του χάιδεψε τ’ αρχίδια και το χαλαρό πουλί του. Ο Λούκης χαμογέλασε πονηρά. Έγειρε πίσω.
Λύο Καλοβυρνάς, Αστάρτη: Οικογενειακή Γεωγραφία, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.

 

Οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούν την ομίχλη. Κλείνω τα μάτια και βλέπω τη Φρανς καθισμένη στην άκρη ενός κρεβατιού σ' ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου «Ντεπάρ». Ο Σερίφ είναι όρθιος μπροστά της, γυμνός, με τους μηρούς σκληρυμένους, καθώς όλο του το κορμί τεντώνεται προς τα χείλια της Φράνς, που γλιστρούν πάνω στον πούτσο του. Ανάβει η επιγραφή του ξενοδοχείου και η Φρανς απομακρύνει το στόμα της από το σεξ του Σερίφ. Κρατάει τα μάτια χαμηλά, περιμένει, δε λέει τίποτα· έπειτα, γελώντας σχεδόν:
   - Έχεις τον πιο ωραίο πούτσο του κόσμου!
Η Λάουρα μου έχει πει κι εμένα το ίδιο σχεδόν:
   - Όταν έχεις έναν γκόμενο με τέτοιο πούτσο, δεν τον αφήνεις να σου φύγει. Έχεις τον πιο ωραίο πούτσο του κόσμου!
Ήμασταν λοιπόν δύο που είχαμε «τον πιο ωραίο πούτσο του κόσμου» και είναι πολύ πιθανόν ότι δεν είμαστε οι μόνοι!
Σύριλ Κολλάρ, (Cyril Collar) Άγριες νύχτες, μτφ. Ντορέτα Πέππα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1993. 
 


Πηγαίνω δίπλα του, κατεβάζω το φερμουάρ, βγάζω έξω τον πούτσο μου, έχοντας συναίσθηση ότι είναι μικρός και ζαρωμένος εξαιτίας του σπηντ. Δεν προσποιούμαι ότι κατουράω, στέκομαι δίπλα του και μαλακίζομαι μέχρι να καυλώσω. Τελειώνει το κατούρημα, παίζει το χοντρό του πούτσο, ενώ με παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του. Κοιτάζω κάτω προς τον πούτσο του κι απλώνω το χέρι μου να τον πιάσω. Αναστενάζει και μουρμουρίζει.
Χρήστος Τσιόλκας, Κατά μέτωπο, μτφ. Γιάννης Πολύζος, εκδόσεις Οξύ, Αθήνα 1999.



Ο Τζιμ την ώρα που γδυνόταν έκανε μια προσπάθεια να κρατήσει για πάντα στη μνήμη του την εικόνα του Μπομπ, σα να 'ταν, αυτή η φορά, η τελευταία που βλεπόντουσαν. Την αποστήθισε σημείο σημείο: φαρδιοί ώμοι, στενοί γοφοί, λεπτά πόδια, φαλλός που σχημάτιζε μια όμορφη καμπύλη.
Γκορ Βιντάλ (Gore Vidal), Το αγόρι πλάι στο ποτάμι, μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1983.



Ο Μπυλκάν έκανε την ίδια χειρονομία για να προστατευτεί. Ένοιωσα το φαλλό μου να καίει. Κόλλησα πάνω του. Δεν προσπάθησε να ξεκολλήσει από πάνω μου. Τον πίεσα λίγο πιο δυνατά, ύστερα, απότομα, έκανα μια κίνηση που συνηθίζουν οι αλήτες: τον δίπλωσα στα δύο βάζοντας το ένα μου χέρι πάνω στην κοιλιά του και το άλλο στο σβέρκο του, βίαια. Τον κράτησα έτσι δέκα δευτερόλεπτα, δίχως να τολμήσω τίποτα περισσότερο.
Ζαν Ζενέ, (Jean Genet) Το θαύμα του ρόδου, μτφ. Μαρίνα Κουνέζη, εκδόσεις Άκμων, Αθήνα, 1982. 
 
 

«Πέσε κάτω, άντε». Ο Κάρλο, ως συνήθως, όσο κι αν ήταν επιφυλακτικός, ετοιμάστηκε να υπακούσει. Αισθάνθηκε τον Τζιανφράνκο να λαχανιάζει πάνω του. Σίγουρα δεν ήθελε να λερώσει το παντελόνι του. Όταν στο τέλος, τακτοποιήθηκε, ο Κάρλο τον αισθάνθηκε να πέφτει επάνω και να κολλάει την κοιλιά του πάνω στο όργανό του, βλέποντας ότι αυτός στεκόταν, όπως έλεγαν οι φίλοι του, «πισωκολλητά». Αλλά ο Τζιανφράνκο ξανασηκώθηκε, και, όπως μπόρεσε να παρατηρήσει, στα κλεφτά, ο Κάρλο, τράβηξε βιαστικά κάτω το παντελόνι και το σλιπ, μέχρι τους αστραγάλους: αλλά με εκείνο το βλέμμα ο Κάρλο μπόρεσε να διαπιστώσει ότι στην κάτασπρη κοιλιά του Τζιανφράνκο υπήρχε, για δες, μια πυκνή τούφα από μαύρες τρίχες: αλλά ο πούτσος μόλις που φαινόταν. Ο Κάρλο πάντως, υπάκουος με κείνον τον καινούργιο πελάτη όπως και με τους άλλους, τον άφησε να κάνει. Ο Τζιανφράνκο τεντώθηκε πάλι και αφού γραπώθηκε πάνω του, άρχισε να τρίβεται ελαφρά με κινήσεις λίγο κυκλικές με την κοιλιά πάνω στη σάρκα. Παρέμενε σιωπηλός, λαχανιασμένα σιωπηλός, προσπαθώντας να αυτοσυγκεντρωθεί. «Γιατί δεν αφήνεις να στον σηκώσω με το στόμα» τόλμησε να προτείνει ο Κάρλο. Αλλά ο Τζιανφράνκο αντί για απάντηση, του έδωσε ένα χτύπημα στην πλάτη σαν να τον έβαζε καλύτερα από κάτω του, και ξανάρχισε με περισσότερη ορμή να τρίβεται πάνω του. Μετά από μερικά λεπτά, αν και στον Κάρλο φαινόταν αδύνατο, αισθάνθηκε τον σκληρό πούτσο να αναζητά και να σπρώχνει ανάμεσα στα μπούτια του, [ψάχνοντας] την τρύπα στα τυφλά, όπως τα σκυλιά. Και πράγματι όπως τα σκυλιά ο Τζιανφράνκο [τον πήρε]. Με ρυθμικές κινήσεις των νεφρών, λαχανιασμένα και ταυτόχρονα με τάξη, στο τέλος έπεσε πάνω του, κι ήταν ο πρώτος που, εκσπερματώνοντας, άφησε ένα είδος βογκητού ή μια αναπνοή πιο έντονη και μακρόσυρτη. Παράμεινε για λίγο έτσι, σαν αν ανακτούσε τις δυνάμεις του. Στο τέλος ξανασηκώθηκε, ανήσυχος προπάντων για το παντελόνι του. Το τράβηξε επάνω, κοιτάζοντας αν είχε τσαλακωθεί ή σκονιστεί, και προσπάθησε να κλείσει την περίπλοκη αγκράφα της ζώνης του. Στο μεταξύ ο Κάρλο, με το συνηθισμένο μαντιλάκι, τον καθάριζε, και μπορούσε έτσι τελικά να δει το μυστικό του. Ήταν ένας ωραίος μέτριος πούτσος, ευθύς και συμμετρικός: και, βλέποντάς τον να χαλαρώνει, φαινόταν κι αυτός πιο χοντρός, βαρύς και ισχυρός.
Πιερ Πάολο Παζολίνι (Pier Paolo Pazolini), Πετρέλαιο, μτφ. Άντα Μπουμπάρα, Γεωργία  Πηνάτση, Γιώργος Καραμπούτας, μεταφραστική και φιλολογική επιμέλεια, Φοίβος Κ. Γκικόπουλος, εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993.



Άρχισε να παίζει τον πούτσο του με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο έπαιζε τον δικό του, χρησιμοποιώντας την κρέμα σαν λιπαντικό. Ο Φίλιπ έχυσε πάνω στη μπλούζα του. Ο άντρας, πιο έξυπνος, έχυσε στο πάτωμα. Στην οθόνη, ο νεαρός φαντάρος έχυσε τη στιγμή που ο αξιωματικός του άρχισε να του βγάζει τα ρούχα.
Ντέιβιντ Λίβιτ (David Leavitt), Η χαμένη γλώσσα των γερανών, μτφ. Γιάννης Παπαμηχαήλ, εκδόσεις Aquarius, Αθήνα 1988.



Η κάμερα γυρνάει γρήγορα σε κάποιο νεαρό, λεπτό, και φοβισμένο αγόρι, δεκάξι ίσως και δεκαεφτά, που το σπρώχνει μέσα στο δωμάτιο ένας χοντρός μαύρος τύπος, που είναι κι αυτός γυμνός κι έχει ένα τεράστιο σηκωμένο πούτσο.
Μπρεντ Ήστον Έλλις (Bret Easton Ellis), Λιγότερο από μηδέν, μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Σέλας, Αθήνα 1987.



Πέρασε το χέρι του μέσα από το χιτώνιο και άγγιξε την καρδιά μου. Κόλλησε τα βραγμένα χείλια του στο λαιμό μου και ακούμπησε το πόδι του ανάμεσα στα πόδια μου.
Δύο ζευγάρια άρβυλα, σε αντιμέτωπη στάση προσοχής, έμπλεκαν και χώριζαν μεταξύ τους σε πρόσθεση και αφαίρεση. Οι ανάσες μας ζεστές, αχνιστές, σχημάτιζαν σύννεφα στα πέριξ.
Έλυσα το ζωνάρι του και τράβηξα τα κουμπιά. Τα σώματά μας, πάνω και κάτω, σχεδόν διαμελισμένα. Κρεμάστηκα πάνω του. Τα πόδια μου στους ώμους του, η ισορροπία βρεγμένη και χαλαρή. Με άφησε πάνω στο ξύλινο κασόνι, στο πρόχειρο στασίδι της σκοπιάς. Ξεκούμπωσε το παντελόνι μου κι έσκυψε χαμηλά. Μάζεψε μια μεγάλη ανάσα και χάθηκε μέσα στα σκέλια μου.
Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Τελειώσαμε μαζί. Πάνω στην ίδια ανάσα. Η βροχή συνέχισε να πέφτει. Μείναμε ακίνητοι, με τα πόδια χαλαρά, τα κεφάλια κρεμασμένα, τα ρούχα ανοιχτά.
Πόσα ζευγάρια ευλόγησε ο Άγιος Βαλεντίνος το ίδιο βράδυ.
   - Ντύσου θα κρυώσεις.
Έπιασε τ' όργανό μου στην παλάμη του. Το ζύγισε, έσκυψε, το φίλησε και το φύλαξε στο παντελόνι μου.
Ντύθηκε ξανά σκοπός και βγήκε έξω στη βροχή. Άναψε τσιγάρο. Η καύτρα απειλήθηκε από τη βροχή κι έκανε την παλάμη του μικρή σκεπή, για να προστατεύσει το τσιγάρο.
   - Οι φρουροί δεν καπνίζουν όταν φυλάνε σκοπιά.
   - Γιατί οι εφοδεύοντες τσιμπουκώνονται όταν κάνουν έφοδο;
Αντώνης Ρουσοχαντζάκης, Konitsa my love και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1996.
 
 

«Ἄαα!.. Ἄαααα!... Ἄααααχ!...» ἔκαμε πάλιν μὲ ἄκραν ἡδυπάθειαν τὸ ἀγόρι, ενῶ ψωλή του ἔχουσα πλέον φουσκώσει καὶ επιμηκυνθεῖ πολύ καθώς τῆς ὡμιλοῦσε ό γαργαλῶν αὐτὴν μουσικός, χωρὶς νὰ εἶναι τεράστια τοῦ τύπου ἐκείνου πού συνήθως ὀνομάζεται «ψωλάρα», εἰς τὸν βαθμόν τῆς εξογκώσεως ποὺ εἶχε φτάσει, δὲν ἦτο πλέον δυνατόν, ἔξω ἀπὸ τὴν χαϊδευτικήν ἔννοια αὐτῶν τῶν λέξεων, νὰ ὀνομάζεται «ψωλίτσα», «ψωλίνα», «ψωλέττα», ἀλλὰ ψωλή, τοὐτέστιν πούτσα διαστάσεων σεβαστῶν, ἀφοῦ, χωρὶς νὰ ἔχει εἰσέτι διαστάσεις πούτσου ἀνδρὸς πλήρως ἀνεπτυγμένου (καὶ μάλιστα καυλωμένου), εἶχε ἐν τούτοις φτάσει, ὡς πρὸς τὸ μῆκος, τὰς διαστάσεις αλλᾶντος τῆς Φραγκφούρτης κανονικοῦ μεγέθους, ὑπερβαίνουσα ὅμως κατὰ τὸ πάχος αἰσθητῶς, τὸ σύνηθες χόνδρος τῶν λουκανίκων αυτοῦ τοῦ εἴδους. Τώρα μάλιστα, ὡμοίαζε ἡ νεαρὰ ψωλὴ ἀκόμην περισσότερον μὲ εὐτραφῆ βανάναν μεσαίου μεγέθους, καὶ ὑπέσχετο ὄτι μετ, ὀλίγων, τάχιστα -ἐντὸς δευτερολέπτων- ἐκτεινομένη καί φουσκώνουσα ἀκόμη ὀλίγον –τουτέστιν, περίπου κατὰ ἕναν πόντο- καί σκληρυνομένη πλήρως (πρᾶγμα ποὺ θὰ εἶχε συμβῆ ἀμέσως μὲ τὰς πρώτας ψαύσεις τοῦ παιδεραστοῦ, ἐὰν δὲν εἶχαν προηγηθῆ τὰ κλάματα τοῦ παιδός καὶ δὲν εἶχαν λάβει χώραν, κατὰ τὸ διαρεύσσαν 24ωρον. Τόσο πολλαὶ εκσπερματώσεις τοῦ φιλιδόνου αγοριοῦ), θὰ ὡμοίαζε τότε ή νεαρὰ αὐτὴ λευκή ψωλή μὲ ἀρκούντος χονδρὸν καὶ ἐπίμηκες καλῆς ποιότητας σπερματσέτο μὴ καταλῆγον εἰς αἰχμὴν μὲ θρυαλλίδα, ἀλλὰ φέρον κόκκινον σκοῦφον, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἀκόμη σταθῆ ἡ νεανικὴ ψωλὴ εἰς πλήρη στῦσην, ὁ καυλός της εἶχε κατὰ τὰ 3/4 τοῦ ὅλου προυμνοειδούς ὅγκου του προβληθεῖ καὶ προεξεῖχε ἀπὸ τὸ εὐαίσθητο δέρμα ποὺ τὸν κάλυπτε πρὸ τῶν ψαύσεων καὶ τῶν θωπειῶν, καὶ ἤδη προεξεῖχε πάρα πολύ, σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου, ὁμοιάζων μὲ ὀγκώδες ἐκ κοραλλίου ἐπιστόμιον ἡδονικοῦ σωλῆνος ὡραιοτάτου ναργιλέ, μὲ ἐξαίσιο ἐπιστόμιον πορφυροῦν καὶ τορνευμένον, διὰ χείλη πεπειραμένα καὶ ἄκρος ἡδυπαθῆ, ἔτοιμον πρὸς γλυκυτάτην ἀπομύζησιν.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, μέρος τρίτον τόμος Α’, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1992.



Αυτός κάθισε δίπλα μου τελείως τσίτσιδος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, του είχε σηκωθεί κιόλας. Τότε, τελείως αδιάφορα, με ρώτησε αν είχα δει ποτέ τόσο μεγάλο πουλί όσο το δικό του. Εγώ είπα πως όχι και προσπάθησα να κάνω το βλάκα.
Χάιμε Μπάιλι (Jaime Bayly), Μην το πεις σε κανέναν, μτφ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 1997. 



Έμεινε για λίγο ξύπνιος κι ας ήταν αποκαμωμένος, ένοιωσε ξαφνικά μια αναστάτωση, κάτι σαν ποδοβολητό μεγάλου ζώου κάτω απ' την κοιλιά του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, το πουλί του έχε φουσκώσει. Του είχε ξανασυμβεί αυτό στο παρελθόν, και μάλιστα αρκετές φορές, τις πιο πολλές όταν έπεφτε στο κρεββάτι, το παρατηρούσε δε ιδιαιτέρα όταν τον ξυπνούσε η μάνα του το πρωί και δυσκολευόταν να σηκωθεί, μην τον δει φουσκωμένο μέσα από το σλιπάκι του, κι έκανε πως ήθελε να κοιμηθεί λίγο ακόμα, για να φύγει η μάνα του, οπότε να μπορέσει να σηκωθεί από το κρεββάτι. Τότε δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία, σαν να μη συνέβαινε. Τώρα του έκανε εντύπωση. Ήταν και οι έντονοι χτύποι της καρδιάς του. Κατέβασε το δεξί του χέρι μέχρι εκεί και το ακούμπησε στο σημείο της μάχης,πάνω από το σώβρακο. Ποτέ δεν θυμόταν να είχε ξαναγγίξει το πουλί, παρά μόνο για να κατουρήσει. Έβαλε το χέρι του μέσα από το σώβρακο και το χάιδεψε. Έκτος από το χέρι του και το πουλί του ήταν ακίνητο. Σα να φοβόταν μην κάνει θόρυβο και ξυπνήσει κανέναν. Το χάιδευε συνέχεια, με αργές κινήσεις,, πολύ νωχελικά, και του άρεσε. Αισθάνθηκε ξαφνικά πολύ χαλαρός κι ας γινόταν εκεί κάτω πραγματική μάχη. Χαμογέλασε γαλήνια, ένοιωσε ευτυχία. Αλήθεια υπήρχε κι αυτό. Μάλιστα, έτσι όπως το χάιδευε με αργές κινήσεις, συνειδητοποίησε πως κάτι άλλαζε, το ήξερε. Κι εκεί που όλα αυτά περνούσαν απ' το μυαλό του σχεδόν κινηματογραφικά, σαν να μην τα ζούσε αυτός, σαν να τα έβλεπε σε μια οθόνη, ή να τα ονειρευόταν, τον διαπέρασε ένα ζεστό ρεύμα, λες και κατέβηκε από το κεφάλι του μια ορμητική καυτή λάβα κι έπειτα ξέσπασε και ηρέμησε. Το σώβρακό του έγινε μούσκεμα κι εκείνος παράμεινε ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα, με το χέρι του στην ίδια θέση σαν απολιθωμένο, μούσκεμα κι αυτό.
Δημήτρης Χατζόπουλος, Μπριγιόλ, εκδόσεις, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2005.

  
Ο Ερμής φαλλοφόρος, νωπογραφία από την Πομπηία. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης
(φωτό: gayekfansi.blogspot)

Με πλησίαζε και γω τον κοίταζα· μ' άγγιζε στο μπράτσο: σύναψη συμφωνίας μυστικής, βουβής. Το χέρι του ήταν λεπτό και ζεστό, τα φώτα στο διαμέρισμα χαμηλωμένα, ο πάγος χτυπούσε μέσα στο κονιάκ. (Θέλω να μιλήσω για την ασχήμια και την ομορφία μου). Τα μάτια του μικρά, παρατηρούσαν το λουλούδι μες τα χέρια του, απάνω στο δικό μου γυμνό σώμα. Το 'φερε μες τα πόδια μου μετά, ένα κόκκινο λουλούδι, μ' αυτό τη γύμνια μου ξεσήκωνε. Τ' άφησε ύστερα εκεί, ένα σημάδι κόκκινο, αιμάτινο, πλάι στον υψωμένο μου φαλλό, απ' τον ιδρώτα μου να πίνει, να ποτίζεται από το σπέρμα μου ν' ανθεί.
Αλέξης Αρβανιτάκης, Γράμματα στον Μάριο, εκδόσεις η Άμαξα, Αθήνα 1986. 
 


Ο πατέρας μου με χαστουκίζει ξανά. «Το πουλί του ήταν μικρό» λέω. «Έμεινα έκπληκτος. Πίστευα πως όλα ήταν σαν το δικό μου. Και το δικό σου». Τώρα ο πατέρας μου, μου ρίχνει μια γροθιά, και γεύομαι πραγματικά αίμα, το νιώθω στο σαγόνι μου.
Ντέιλ Πεκ (Dale Peck) Μάρτιν και Τζων, μτφ. Λένα Ταχμαζίδου εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1995.



Ολόγυμνος, με τη μεγάλη πετσέτα του μπάνιου απλωμένη στο ψάθινο χαλί για να μη σημαδευτεί η πλάτη του, έκανε και ξανάκανε δεκάδες φορές την ίδια άσκηση. Οι μακροί κι εύκαμπτοι μύες του διαγράφονταν κάτω από το δέρμα του, σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπό του κι έτρεχαν κατά μήκος του κορμιού του σ' αλμυρά ρυάκια· το φύλο του χόρευε χαρούμενα σαν γλώσσα καμπάνας. Αυτό κρατούσε δέκα λεπτά. Μετά, ξαναγύριζε στα μαθήματά του.
Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος (Agustin Gomez Arcos), Το σαρκοβόρο αρνί, μτφ. Κατερίνα Μόκα, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1981. 
 


Ο ίδιος, στην πραγματικότητα, του είχε κάνει πολλά σήματα με το χέρι, αγγίζοντας το φύλο του, το οποίο ήταν καταφανώς ερεθισμένο. Όταν ο Τομασίτο όμως το χούφτωσε, ο άντρας αντέδρασε με βίαιο τρόπο, άρχισε να τον χτυπάει αποκαλώντας τον πούστη.
Ρεϊνάλντο Αρένας (Reinaldo Arenas), Πριν πέσει η νύχτα, μτφ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα 2001.



Ναθαναήλ, γύρε πλάι μου, πάνω μου, έτσι, άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο, δέξου τα χάδια μου στο φως της μέρας: σήμερα ένα πέος είναι ένα πέος, απαλλαγμένο από ταμπού, τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από ένα κομματάκι σάρκα που κρέμεται, που το καλοπιάνεις και τεντώνεται.
Υβ Ναβάρ (Yves Navarre), Τα λουκούμια, μτφ. Φίλιππος Δραγούμης, εκδόσεις «Νέα Σύνορα» Α.Α. Λιβάνη 1984.



Τον πρόσεξα απ’ την πρώτη στιγμή· καθόταν σε μια γωνιά με μυστηριώδες ύφος. Στην αρχή, νόμιζα πως του άρεσε ο φίλος μου, ένας νέος και ωραίος Ιταλός. Κι όμως όχι, αποδείχθηκε πως κοίταζε εμένα, το γέρο. Πλησίασε και συστήθηκε. Γνωριστήκαμε. Μ’ αγαπάει πολύ. Κι έχει κι ωραίο πούτσο. Σου φαίνομαι χυδαίος. Όχι, μιλάω για έρωτα και, για τον έρωτα, είναι σημαντικό: έχει ωραίο πούτσο.
Έντουαρντ Λιμόνοφ (Édouard Limonov), Ένας ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους, μτφ. Ευδοκία Παπαγκίκα, εκδόσεις Aquarius, Αθήνα 1986.



Βογκούσαν καθώς περιέγραφαν τη λιγωτική αποτελεσματικότητα αυτού του μιγαδικού πέους, ενός εμβόλου cafe-au-lait που λέγεται ότι έφτανε σε μάκρος τους είκοσι οκτώ πόντους και είχε πάχος αντρικού καρπού.
Τρούμαν Καπότε (Truman Capote), Όταν οι προσευχές εισακούονται, μτφ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2005.

 

Ο ωραίος νέγρος δεν έδειχνε να καταλαβαίνει. Με το πέος του κρεμασμένο έξω, πάνω στο άσπρο, μεταξωτό πανταλόνι του, έμενε στο κρεββάτι ξαπλωμένος, έτσι όπως τον είχαν μεταφέρει και τον έριξαν, μεθυσμένο απ' την τουαλέτα. Βλέποντάς τον ανίκανο να μετακινηθεί, η Ερατώ τον πλησίασε και κάθισε κοντά του. Σχολίασε με τρυφερότητα τ' όμορφο μαραφέτι του, χαϊδεύοντάς το και φιλώντας το, όπως μικρό, φοβισμένο πλάσμα, που εγκαταλειμμένο είχε βρει μέσα στις φυλλωσιές και τα ρόδα του ανύπαρκτου κήπου της. Με κάθε στύση του, ο Καίσαρας μεταμορφωνόταν ολοένα σ' ένα τεράστιο φαλλό, που κάποτε θα εξαφάνιζε το άλλο του σώμα. Γονατίζοντας ανάμεσα στα δυνατά πόδια του, με τα χέρια της ακουμπισμένα πάνω στις σκληρές του γάμπες, η Ερατώ του ρούφηξε με τέτοια τέχνη το καβλί του, που εκείνος μάταια προσπάθησε να καταπνίξει τους αναστεναγμούς που κοφτοί ανέβαιναν από το στήθος του. Με το στόμα της πλημμυρισμένο από σπέρμα, κύλισε ύστερα χάμω στο πάτωμα.
Αλέξης Αρβανιτάκης, Μόνα-Λίζα, εκδόσεις η Άμαξα, Αθήνα 1985. 
 


Ο χωριάτης, όχι μόνο κατέβηκε, όχι μόνο με πήρε τηλέφωνο, αλλά ήρθε σούμπιτος από το σπίτι, καυλωμένος, έκατσε όλη νύχτα, με έστησε στα τέσσερα, με ξεκώλιασε, τέτοια πούτσα είχα μήνες να φάω, σκληρή, χοντρή, γενναιόδωρη, τόσα γάρα είχα ώρες να πιω, τέτοιο πονοκέφαλο είχα να νιώσω από το Σάββατο.
Παναγιώτης Χατζηστεφάνου, Η επώνυμη (nanogod) Ιδιωτική Έκδοση.



Μετά, γεμάτος σαπουνάδες, γλιστρώντας μέσα στην παλάμη του χεριού του, περπάτησα κάτω απ' τα μπράτσα του, σ' αυτά τα δασάκια από τρίχες, σ' αυτές τις κοιλάδες, κατά μήκος των χεριών, στα δάχτυλα, στα νύχια και στις γραμμές του χεριού, τόσο μακριές, τόσο αληθινές, που δεν είχα όμως τον καιρό να τις διαβάσω. Έπειτα ανακάλυψα την κοιλιά, πλατιές κυκλικές κινήσεις, αγγίζω τον αφαλό, στριφογυρίζω δίπλα του, γλιστράω, πέφτω χάμω, ο Κάρλος με μαζεύει. Ξεφέυγω με αρπάζει ξανά. Τούτη τη φορά χάνομαι μέσα στο πέος του, αφρίζω, πνίγομαι σε μια τρυφερότητα που αφρίζει. Γυαλίζω τα βότσαλα, ομορφαίνω τ' όργανό του κι ύστερα, με μιαν απότομη κίνηση, σκύβοντας πάνω στον εαυτό του, με οδηγεί στο άλλο σημείο, να με που πλέω, που καθαρίζω. Ακολουθούν οι μηροί, τα γόνατα, τα πόδια, ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, αυτά τα εδέσματα. Με ακουμπάει στη σαπουνοθήκη. Με ξεχνάει. Ον βλέπω: ξεβγάζεται. Τρίβει το στήθος του. Με εγκαταλείπει.
Υβ Ναβάρ (Yves Navarre), Τα λουκούμια, μτφ. Φίλιππος Δραγούμης, εκδόσεις «Νέα Σύνορα» Α.Α. Λιβάνη 1984.



[....] Όταν τις σήκωσα
και στους επτά
ανατρίχιασα βλέποντας
σ' αυτές τις σηκωμένες ψωλές
όλα τα διαφορετικά μεγέθη
και πάχη
και ξέροντας
ότι κάθε μια απ' αυτές
θα έμπαινε
στην τρύπα μου.
Καθένας τους
έχυσε
τουλάχιστον τρεις φορές.
Μετά μ' έβαλαν
στο κρεβάτι
γονατιστό στα τέσσερα,
ένας με γάμησε
από πίσω,
άλλος
στο στόμα,
ενώ εγώ έπαιζα
από μια
σε κάθε χέρι
και δυο
από τους υπόλοιπους
έτριβαν
τους πούτσους τους
στα γυμνά πόδια μου
περιμένοντας τη δειρά τους
να μπουν
στα κωλομέρια μου.
Ακριβώς μόλις νόμισα
ότι τους πήρα όλους
δυο απ' αυτούς
ενώθηκαν μαζί
πηδώντας με ταυτόχρονα.
Οι στάσεις
που πήραμε
ήταν αστείες
αλλά με δυο
μεγάλους, χοντρούς
κουβανέζικους πούτσους
μέσα στον κώλο μου
ταυτόχρονα
βρέθηκα
στον παράδεισο.
John Giorno, Πορνογραφικό ποίημα, από τη συλλογή: Η έλξη των ομωνύμων, μτφ. Ρήγας Κούπα, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2005. 
 


Ο Τσιπ άνοιξε τα μάτια του. Χούφτωσε την ψωλή του και χαμογέλασε. «Την απόρριψη της απόρριψης», είπε, λες κι έλεγε την καλύτερη ατάκα σε ανέκδοτο παλιού σκετς. Έβαλε το δεξί πόδι του στον πούτσο μου, έτσι για να δώσει έμφαση στα λεγόμενά του.
Gary Indiana, Ο κύκλος της Μέδουσας. Rend boy, μτφ. Σπύρος Δόικας, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 1998.



Στη θέα αυτού του ταμπλώ – μιας σατανικής φωτεινότητας – το αίμα ολονών είχε ανέβει στο κεφάλι. Καθένας καιγόταν να απολαύσει παρόμοια ηδονή μ’ αυτήν των τεσσάρων ανδρών. Ο φαλλός του καθενός – γεμάτος αίμα έμοιαζε με σιδερένια μπάρα. Σε τέτοιο σημείο που η στύση προκαλούσε πόνο.
Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde) (;), Τέλενυ, μτφ. Νίκος Παπαδογιάννης, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1998.



Σήμερα, για κάποιο λόγο που είχε να κάνει με την κούραση και την ταλαιπωρία της ημέρας, ο Έλιοτ έγειρε όπως ήταν ντυμένος στον καναπέ, με το παντελόνι του ανοιχτό και τα εσώρουχά του κατεβασμένα, κι άφησε τον Φίλιπ να του κάνει έρωτα, να κρατήσει αυτός την κλειστή εικόνα των ματιών του Έλιοτ, το ανοιχτό του στόμα που βαριανάσαινε, τα γυμνά λευκά του πόδια, το σηκωμένο ερεθισμένο μέλος του που πεταγόταν μες απ' το ανοιχτό του παντελόνι. Κι όταν, την κατάλληλη ώρα, ο Έλιοτ άρχισε να βογγάει και οι μηροί του άρχισαν να δονούνται και τα χέρια του αντί για τα συνηθισμένα τρυφερά χάδια, άρχισαν να τραβάνε άγρια τα μαλλιά του Φίλιπ. Ο Φίλιπ νόμισε πως θα πέθαινε από έρωτα, και προσπάθησε ν' αποτυπώσει στο μυαλό του την παραμικρή εμπειρία που βίωνε. Ο Έλιοτ έσπρωχνε και τραβιόταν μέσα κι έξω από το στόμα του, σημάδι πως ήταν η στιγμή που έπρεπε να ψάξει κάτω απ' το πουκάμισό του και να του τσιμπήσει τις ρώγες. Άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό και χωρίς προειδοποίηση ένα παχύ, αλμυρό υγρό τινάχτηκε στο στόμα του Φίλιπ – μια ελαφριά απογοήτευση, γατί περίμενε μια πιο βίαιη έκρηξη, ήθελε να τον γεμίσει με το σπέρμα του ως κάτω στο λαρύγγι του. Ο Έλιοτ ανάσαινε βαριά, με το στόμα ορθάνοιχτο και τα χέρια του τυλιγμένα γύρω απ' το κεφάλι του Φίλιπ.
Ντέιβιντ Λίβιτ (David Leavitt), Η χαμένη γλώσσα των γερανών, μτφ. Γιάννης Παπαμηχαήλ, εκδόσεις Aquarius, Αθήνα 1988.

 

Μετά, πολύ προσεχτικά, σα χειρουργός που έκανε μια λεπτή εγχείριση, ξεκούμπωσε το σώβρακο και ξεσκέπασε το παχύ εφηβικό τρίχωμα, απ' όπου ξεπηδούσε ο χλωμός στόχος. Αργά, το χέρι του χούφτωσε το όργανο του Μπομπ. Το κράτησε για πολύ ώρα, έτσι, έτσι του φάνηκε. Το κ΄ρατησε μέχρι που σήκωσε τα μάτια και είδε πως ο άλλος είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.
Γκορ Βιντάλ (Gore Vidal), Το αγόρι πλάι στο ποτάμι, μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1983.



Τα δάχτυλά μου αν και έμπειρα στον χυδαίο έρωτα, αμαθή μπροστά στην τρυφερότητα, έτρεμαν καθώς ξεκούμπωνα το παντελόνι του· αφήνοντάς το να πέσει χαμηλά στους μηρούς του. Χάιδεψα το κοντόχοντρο ορθωμένο ανδρισμό του που παλλόταν κόκκινος ερεθισμένος με έναν τρόπο που τον έκανε να πονάει από λαχτάρα. Βόγκηξε στο χάδι μου, καθώς τα χέρια μου διέτρεχαν απαλά την επιφάνειά του.
Ευάγγελος Αδαμάκης, Ανήρ εκδιδόμενος, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008. 
 


Ξανακοιτάζοντας τον, αγγίζω τις δεκάδες ανάγλυφες φλέβες που τον στολίζουν από τη βάση μέχρι το κεφάλι. Λεπτός πάνω, χοντρύτερος όσο κατεβαίνει στη ρίζα, ντούρος και μελιτζανής, όλο το αίμα μου σ’ αυτόν το έδωσα. Τ’ αρχίδια αρχίζουν να μαζεύονται πάλι, τα καρυδάτα αρχίδια μου περιμένουνε σειρά να τροφοδοτήσουνε με τα κοιτάσματα τους τον αγωγό’ ο μικρούλης γίνεται πανύψηλος, γίγας, αιματώδης κίων, χιλιόμετρα αγγούρι – ανατριχιάζω σύγκορμος! – και ξεκινάω για καινούργιες ιστορίες.
Γιάννης Παλαμιώτης, Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής, εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, Αθήνα 2010.



Μετά τον Χάρτμαν βγήκε στη σκηνή ο Τζίνο Σουάβ, ένας εύσωμος Ιταλός με τον κοντόχοντρο πούτσο του. Φαίνεται να ήταν αλλού πιο πολύ ευαισθητοποιημένος απ' ό,τι ο προηγούμενος, καθώς έσκυβε όλη την ώρα κουνώντας τον κώλο του. Τα βυζιά του ή είναι πολύ μεγάλα ή ανεπαρκώς γυμνασμένα, αν και το στομάχι του είναι καλογραμμωμένο. Αφού το έκανε γνωστό ότι ο κώλος του προσφερόταν για κάθε επαγγελματική πρόταση, γύρισε με μια σχετική απροθυμία προς επίδειξη του μερικώς καυλωμένου πουλιού του.[...]
Ο Ρίκυ Τσέστερ είχε τον πιο μεγάλο και πιο μαύρο πούτσο που έχω δει ποτέ μου, πράγμα που, πιστέψτε με, δηλώνει πολλά. Είναι ένας απ' τους τύπους που έρχονατι πάντα σε στύση, άσχετα με ποιόν το κάνει. Ύψος ένα ογδόντα έξι και βάρος γύρω στα ογδόντα κιλά, ωραίες αναλογίες δηλαδή. Ο Ρίκυ Τσέστερ, συν τοις άλλοις, έχει και όμορφο πρόσωπο, κάπως τραβηγμένο κι εκφραστικό. Δε χαμογελάει όταν χορεύει. Ίσως και να κοιτάει χαμηλά, λες και θα του πέσει, αν δεν έχει το νου του.
Gary Indiana, Ο κύκλος της Μέδουσας. Rend boy, μτφ. Σπύρος Δόικας, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 1998.



Δεν έχω ούτε κατά διάνοια την κορμοστασιά του, τα μούσκλια του και το τρίχωμά τους, μα έρχονται μέρες που, όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη, νομίζω πως βρίσκω πάνω στο πρόσωπό μου κάτι απ' τη σοβαρή του καλοσύνη. Τότε καμαρώνω για τον εαυτό μου, για την τσακισμένη και χοντροφτιαγμένη μύτη μου. Δεν ξέρω σε ποιον ομαδικό τάφο τον έχουν θάψει, ή αν στέκεται ακόμα στα πόδια του περιφέροντας ράθυμα ένα κορμί γερό και λυγερό. Είναι ο μόνος που θέλω να γράψω το αληθινό του όνομα. Η παραμικρή προδοσία σε βάρος του θα ήταν μια έσχατη προδοσία. Όταν σηκωνόταν απ' την καρέκλα, ο κόσμος γινόταν βασίλειό του. Θα μπορούσε να δεχτεί ασάλευτος να τον χαστουκίσουν, να βλαστημήσουν το κορμί του, κι αυτός να παραμένει ασπίλωτος πάντα, απαράλλαχτα μεγάλος. Στο κρεββάτι μας έπιανε όλο το μέρος ανοίγοντας τα πόδια του όπου εκεί μέσα μόνον έβρισκα λίγη θέση να κουρνιάσω. Κοιμόμουν κάτω από τον ίσκιο του φαλλού του που έπεφτε καμιά φορά μέσα στα μάτια μου κι άλλοτε πάλι, όταν ξυπνούσα, στόλιζε το μέτωπό μου μ' ένα καστανόχρωμο κέρατο πελώριο κι αλλόκοτο.
Ζαν Ζενέ (Jean Genet),Το ημερολόγιο ενός κλέφτη, μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1975. 
 
 
Μνημειακό γλυπτό σε σχήμα φαλλού, 3ος αιώνας π.Χ. Δήλος


Σημειώσεις:

© φωτογραφιών: στους φωτογράφους και στα site από όπου προέρχονται.
© κειμένων: στους εκδότες, στους συγγραφείς ή στους κληρονόμους έτσι όπως ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία.
Αν κάποιος κάτοχος πνευματικού δικαιώματος, καλλιτέχνης, εκδότης ή μεταφραστής, δεν συμφωνεί με την παρουσία του έργου του ή του αποσπάσματος αυτού στην ανάρτησή μας και επιθυμεί να αφαιρεθεί, ας επικοινωνήσει μαζί μας και αυτό θα γίνει άμεσα.


3 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο το μπλογκ σου. Μου άρεσε και το πέρασα στη λίστα των ελληνικών λινκ μου.
    Αν θες ρίξε κι εσύ μια ματιά στο δικό μου.
    Θα σε παρακολουθώ.
    Γεια χαρά σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πολύ καλό ανθολόγημα!
    μού είναι αδύνατο να σκέφτομαι το πέος σαν κάτι χυδαίο. Θα ήμουνα 15 χρονών όταν καθηγητής-φιλόλογος μού επισήμανε ότι τα ανδρικά γεννητικά όργανα είναι το πιο ιερό σημείο του σώματος. Από τότε ένοιωσα απελευθερωμένος από κάθε συστολή...
    Ξενικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή